Έντεκα χρόνια μετά τη διαμάχη που είχε ξεσπάσει γύρω από τη λειτουργία του Μεταμοσχευτικού Κέντρου και τις αμοιβές για υπηρεσίες μεταμοσχεύσεων, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε απόφαση υπέρ του χειρουργού μεταμοσχεύσεων Δρ. Β.Χ., στην αγωγή δυσφήμισης που είχε καταχωρίσει εναντίον του τέως Γενικού Ελεγκτή Οδυσσέα Μιχαηλίδη.
Η υπόθεση ανάγεται στο 2015, όταν ο τότε Γενικός Ελεγκτής είχε αποστείλει επιστολή προς τον Υπουργό Υγείας σχετικά με τη διαδικασία αγοράς υπηρεσιών μεταμοσχεύσεων νεφρού. Το περιεχόμενο της επιστολής κοινοποιήθηκε σε σειρά αρμόδιων φορέων και περιλάμβανε αναφορές για το ύψος των αμοιβών που καταβάλλονταν στον γιατρό, καθώς και ζητήματα που αφορούσαν τη διαχείριση δημόσιων πόρων.
Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, ορισμένες από τις αναφορές που περιέχονταν στην επιστολή κρίθηκαν δυσφημιστικές, με το Δικαστήριο να καταλήγει ότι ήταν ικανές να πλήξουν την επαγγελματική υπόσταση και τη φήμη του ενάγοντος. Ως εκ τούτου, η αγωγή έγινε δεκτή υπέρ του Δρ. Β.Χ.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ της εφημερίδας «Πολίτης», το Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει κατά πόσο οι συγκεκριμένες διατυπώσεις αποτελούσαν θεμιτή κριτική στο πλαίσιο άσκησης δημόσιου ελέγχου ή αν ξεπερνούσαν τα όρια και προσέβαλλαν την προσωπική και επαγγελματική υπόληψη του ενάγοντα.
Στο σκεπτικό της απόφασης, το Δικαστήριο εστιάζει σε συγκεκριμένες διατυπώσεις που περιλαμβάνονταν στην επίμαχη επιστολή, μεταξύ των οποίων οι αναφορές σε «αισχροκέρδεια», «κερδοσκοπία», «εξωπραγματική προσφορά», «καθεστώς εκβιασμού» και «διαγωγή ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα», καθώς και σε εισηγήσεις που άφηναν ανοιχτό το ενδεχόμενο πειθαρχικής διερεύνησης του γιατρού.
Απόσπασμα από την απόφαση
Σύμφωνα με την απόφαση και με το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Πολίτης», οι συγκεκριμένες αναφορές ήταν ικανές να πλήξουν τη φήμη και την επαγγελματική υπόσταση του ενάγοντος, καθώς μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την εικόνα του τόσο στην κοινωνία όσο και στον ιατρικό κόσμο, εγείροντας ζητήματα που άπτονται της επαγγελματικής του ακεραιότητας και αξιοπιστίας.
Από πλευράς του, ο Δρ. Β.Χ. υποστήριξε ότι η επίμαχη επιστολή περιείχε ελλιπή και παραπλανητική παρουσίαση των δεδομένων που αφορούσαν τόσο τις αμοιβές του όσο και τον αριθμό των μεταμοσχεύσεων που διενεργούνταν, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η εντύπωση ότι αποκόμιζε αθέμιτο οικονομικό όφελος εις βάρος του Δημοσίου.
Παράλληλα, ανέφερε ότι η επιστολή δεν είχε χαρακτηριστεί ως εμπιστευτική και κοινοποιήθηκε σε ευρύ κύκλο προσώπων και φορέων, γεγονός που, όπως υποστήριξε, συνέβαλε στην αναπαραγωγή του περιεχομένου της και στη δημοσιότητα που έλαβε η υπόθεση.
Από την άλλη, ο τέως Γενικός Ελεγκτής Οδυσσέας Μιχαηλίδης υποστήριξε ότι ενήργησε αποκλειστικά στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του και των συνταγματικών καθηκόντων που ασκούσε ως επικεφαλής της Ελεγκτικής Υπηρεσίας. Η θέση του ήταν ότι οι παρεμβάσεις και οι επισημάνσεις του αφορούσαν τον έλεγχο της διαχείρισης δημόσιων πόρων και την προστασία του δημοσίου συμφέροντος μέσω της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.
Κομβικό σημείο της απόφασης αποτελεί η απόρριψη των βασικών υπερασπίσεων που προέβαλε η πλευρά του τέως Γενικού Ελεγκτή.
Το Δικαστήριο εξέτασε, μεταξύ άλλων, τους ισχυρισμούς περί έντιμου σχολίου και προνομιούχας επικοινωνίας, καταλήγοντας ότι υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης οι εν λόγω υπερασπίσεις δεν μπορούσαν να καλύψουν τις επίμαχες διατυπώσεις που περιλαμβάνονταν στην επιστολή.
Την ίδια ώρα, απέρριψε την αξίωση του ενάγοντος για επιζήμια ψευδολογία, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε η ειδική ζημιά που απαιτείται από τη νομολογία για τη θεμελίωση της συγκεκριμένης αιτίας αγωγής.
Ως προς το ζήτημα των αποζημιώσεων, το Δικαστήριο επιδίκασε γενικές αποζημιώσεις ύψους €15.000 υπέρ του Δρ. Β.Χ. και εναντίον του Οδυσσέα Μιχαηλίδη, πλέον νόμιμου τόκου και δικαστικών εξόδων.
Απόσπασμα από την απόφαση
Παρότι διαπίστωσε ότι υπήρξε δυσφήμιση, έκρινε ότι τα δεδομένα της υπόθεσης δεν δικαιολογούσαν την επιδίκαση επαυξημένων ή τιμωρητικών αποζημιώσεων.
Η απόφαση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς αγγίζει το ζήτημα της ισορροπίας μεταξύ της θεσμικής κριτικής και της προστασίας της προσωπικής και επαγγελματικής φήμης, θέτοντας παραμέτρους για τα όρια της δημόσιας λογοδοσίας όταν αυτή ασκείται από ανεξάρτητους κρατικούς αξιωματούχους.
Τον ενάγοντα εκπροσώπησε ο Δημήτρης Παπαδόπουλος από Παπαδόπουλος, Λυκούργος και Σία Δ.Ε.Π.Ε.



