Στο περιθώριο της Άτυπης Υπουργικής Συνόδου για το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, που πραγματοποιείται στη Λευκωσία, υπογράφηκε σήμερα Μνημόνιο Συνεργασίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Λιθουανίας για τη μετεγκατάσταση αιτούντων διεθνή προστασία από την Κύπρο στη Λιθουανία.
Το Μνημόνιο υπέγραψαν, εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο Υφυπουργός Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας δρ Νικόλας Α. Ιωαννίδης και, εκ μέρους της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, η κα Indrė Gasperė, Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης υπό το Υπουργείο Εσωτερικών της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, στην παρουσία της Υφυπουργού Εσωτερικών της Δημοκρατίας της Λιθουανίας κας Ana Burkovskienė.
Η συμφωνία εντάσσεται στο πλαίσιο του μηχανισμού αλληλεγγύης που προβλέπεται από το νέο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο και αποτελεί ουσιαστικό βήμα για την έμπρακτη εφαρμογή των αρχών της κοινής ευθύνης και της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.
Η Κυπριακή Δημοκρατία, ως κράτος μέλος πρώτης γραμμής, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ιδιαίτερες μεταναστευτικές πιέσεις λόγω της γεωγραφικής της θέσης. Υπό το πρίσμα αυτό, η σημερινή υπογραφή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς συνιστά απτό παράδειγμα έμπρακτης στήριξης προς κράτος μέλος που επωμίζεται αυξημένο βάρος στον τομέα της μετανάστευσης και του ασύλου.
Η συμφωνία αυτή είναι αποτέλεσμα της εξωστρεφούς πολιτικής της Κυπριακής Δημοκρατίας και θα συμβάλει στην περαιτέρω μείωση του αριθμού αιτούντων άσυλο που βρίσκονται στην Κύπρο.
Η μετεγκατάσταση αιτούντων διεθνή προστασία αποτελεί έναν από τους βασικούς μηχανισμούς αλληλεγγύης που προβλέπει το νέο Σύμφωνο, με στόχο τη δικαιότερη κατανομή των ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών και την αποτελεσματικότερη διαχείριση των πιέσεων που αντιμετωπίζουν οι χώρες πρώτης υποδοχής.
Η Κυπριακή Δημοκρατία εκφράζει την ιδιαίτερη εκτίμησή της προς τη Δημοκρατία της Λιθουανίας για την έμπρακτη ανταπόκρισή της στο πνεύμα της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και για την ουσιαστική συμβολή της στην κοινή ευρωπαϊκή προσπάθεια.
Η σημερινή εξέλιξη επιβεβαιώνει στην πράξη ότι η ευρωπαϊκή συνεργασία μπορεί να αποδώσει συγκεκριμένες και αποτελεσματικές λύσεις σε κοινές προκλήσεις, ενισχύοντας τόσο την ανθεκτικότητα των κρατών μελών πρώτης γραμμής όσο και τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: «Κόπηκε η πίτα» των Επιτροπών: Αυτές τις Προεδρίες παίρνει κάθε κόμμα στη Βουλή | AlphaNews
Οι εργασίες του Άτυπου Υπουργικού Συμβουλίου ολοκληρώθηκαν σήμερα στη Λευκωσία, με τη διάσκεψη να συγκεντρώνει Υπουργούς, οργανισμούς της ΕΕ, διεθνείς οργανισμούς και βασικούς εταίρους, με αντικείμενο την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο και την πορεία προς ένα κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο διαχείρισης της μετανάστευσης.
Κατά την έναρξη της συνάντησης στη Λευκωσία, ο Υφυπουργός Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας δρ Νικόλας Α. Ιωαννίδης καλωσόρισε τους συμμετέχοντες σε μια ημέρα με ιδιαίτερη σημασία για την ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική. Τονίστηκε ότι η έναρξη εφαρμογής του Συμφώνου αποτελεί την κορύφωση μιας μακράς και απαιτητικής κοινής πορείας, που διαμορφώθηκε μέσα από εντατικές διαβουλεύσεις και δύσκολες διαπραγματεύσεις μεταξύ των κρατών μελών και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων.
Οι συζητήσεις ανέδειξαν ότι το Σύμφωνο δεν αποτελεί μόνο ένα σημαντικό νομοθετικό επίτευγμα, αλλά και αποτέλεσμα συλλογικής ευρωπαϊκής προσπάθειας για τη δημιουργία ενός πιο ολοκληρωμένου, ανθεκτικού και αποτελεσματικού πλαισίου διαχείρισης της μετανάστευσης και του ασύλου. Το Σύμφωνο αντανακλά την κοινή διαπίστωση ότι οι μεταναστευτικές προκλήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά από καμία χώρα μόνη της.
O δρ Ιωαννίδης ανέφερε πως «Αναμφίβολα, πρόκειται για ένα ευρωπαϊκό ορόσημο, το οποίο επιτεύχθηκε μετά από χρόνια δύσκολων διαπραγματεύσεων, εντατικής προετοιμασίας και κοινής ευθύνης μεταξύ των κρατών μελών και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων».
«Σήμερα, η Ευρώπη περνά από τη συμφωνία στη δράση: το Σύμφωνο ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο κοινής ευθύνης, πρακτικής αλληλεγγύης και κοινής αποφασιστικότητας στη διαχείριση της μετανάστευσης.»
Η πρώτη συνεδρία, με θέμα «Από τη διαπραγμάτευση στην εφαρμογή», επικεντρώθηκε στη μετάβαση από την πολιτική συμφωνία στην επιχειρησιακή πράξη. Οι Υπουργοί αντάλλαξαν απόψεις για την εθνική προετοιμασία, την προσαρμογή της νομοθεσίας, τις νέες διαδικασίες, τις υποδομές πληροφορικής, την εκπαίδευση προσωπικού, τον προκαταρκτικό έλεγχο, τις συνοριακές διαδικασίες και τα διαλειτουργικά συστήματα, περιλαμβανομένου του αναθεωρημένου Eurodac.
Οι συμμετέχοντες αντάλλαξαν επίσης διδάγματα από τις εθνικές διαδικασίες εφαρμογής, με έμφαση στην επιχειρησιακή ετοιμότητα, τη διοικητική ικανότητα και την ανάγκη συνεκτικής εφαρμογής σε ολόκληρη την Ένωση. Τονίστηκε ότι το Σύμφωνο καλείται πλέον να λειτουργήσει στην πράξη και να αποδώσει αποτελέσματα επί του πεδίου.
Κατά το γεύμα εργασίας, οι οργανισμοί της ΕΕ και οι διεθνείς οργανισμοί παρουσίασαν τις δικές τους προσεγγίσεις για την εφαρμογή του Συμφώνου. Οι παρεμβάσεις τους ανέδειξαν τη στήριξη προς τα κράτη μέλη μέσω τεχνικής καθοδήγησης, επιχειρησιακής συνδρομής, εκπαίδευσης, νομικής και θεμελιωδών δικαιωμάτων εμπειρογνωμοσύνης, ενίσχυσης ικανοτήτων, συντονισμού, σχεδιασμού έκτακτης ανάγκης και συνεργασίας με τρίτες χώρες.
Η δεύτερη συνεδρία, με τίτλο «Πέρα από την εφαρμογή: Η πορεία προς τα εμπρός», επικεντρώθηκε στο μέλλον της ευρωπαϊκής πολιτικής μετανάστευσης και ασύλου. Οι Υπουργοί συζήτησαν την ανάγκη διατήρησης της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της αλληλεγγύης, την ενίσχυση των επιστροφών, τη διαχείριση των συνόρων, την αντιμετώπιση παράτυπων και δευτερογενών μετακινήσεων, τη συνεργασία με χώρες προέλευσης και διέλευσης, την καταπολέμηση των διακινητών και την ανάπτυξη νόμιμων οδών μετανάστευσης.
Το Άτυπο Συμβούλιο κατέληξε ότι η εφαρμογή του Συμφώνου δεν κλείνει μια διαδικασία αλλά αντίθετα, ανοίγει έναν νέο δρόμο κοινής δράσης και κοινής ευθύνης. Η επιτυχία του θα εξαρτηθεί από τη συνέπεια στην εφαρμογή των δεσμεύσεων και από την ικανότητα της Ένωσης να συνεχίσει να εργάζεται με αλληλεγγύη, αποφασιστικότητα και κοινό όραμα για το μέλλον της Ευρώπης.



