Της Τίνας Παύλου*
Σε μια εποχή που οι λέξεις «μέλλον», «ευκαιρίες» και «στήριξη» της νεολαίας επαναλαμβάνονται συχνά σε λόγους και εξαγγελίες, οι νέοι μας εξακολουθούν να νιώθουν εγκλωβισμένοι. Όχι από έλλειψη δυνατοτήτων, αλλά από έλλειψη διεξόδων. Από την απουσία ουσιαστικών επιλογών που να τους επιτρέπουν να διοχετεύσουν την ενέργεια, την αγωνία και τη δημιουργικότητά τους σε κάτι που χτίζει, όχι που φθείρει.
Ο αθλητισμός είναι μία από τις πιο ισχυρές, αλλά συχνά υποτιμημένες, απαντήσεις σε αυτό το κενό.
Δεν είναι μια δραστηριότητα ελεύθερου χρόνου, είναι σχολείο ζωής. Μαθαίνει πειθαρχία χωρίς αυταρχισμό, συνεργασία χωρίς εξαναγκασμό, στόχους χωρίς ψευδαισθήσεις. Μαθαίνει στα παιδιά και στους νέους να χάνουν και να ξανασηκώνονται, να προσπαθούν ξανά, να σέβονται τον εαυτό τους και τον άλλον.
Σε κοινωνίες που πιέζονται οικονομικά και ψυχολογικά, ο αθλητισμός λειτουργεί ως ανάχωμα. Κρατά τους νέους μακριά από επικίνδυνες συμπεριφορές, από την παραίτηση, από τη σιωπηλή οργή που συχνά δεν βρίσκει υγιή διέξοδο. Τους προσφέρει ταυτότητα, ρόλο και αίσθηση τού «ανήκειν».
Έργα και όχι λόγια
Κι όμως, η πρόσβαση στον αθλητισμό δεν είναι δεδομένη για όλους. Αθλητικές υποδομές που υπολειτουργούν, σωματεία που παλεύουν χωρίς στήριξη, οικογένειες που αδυνατούν να καλύψουν βασικά έξοδα συμμετοχής. Όταν ο αθλητισμός γίνεται προνόμιο αντί δικαίωμα, τότε χάνεται η κοινωνική του αξία.
Αν πραγματικά θέλουμε να στηρίξουμε τη νέα γενιά, οφείλουμε να επενδύσουμε σε πολιτικές που δεν μένουν στα λόγια. Σε τοπικά γήπεδα ανοιχτά και ασφαλή, σε προγράμματα μαζικού αθλητισμού, σε προπονητές και παιδαγωγούς που λειτουργούν ως πρότυπα και όχι ως τεχνικοί.
Οι νέοι δεν χρειάζονται άλλες υποσχέσεις για ένα αόριστο αύριο. Χρειάζονται δρόμους για να περπατήσουν σήμερα. Ο αθλητισμός μπορεί, και πρέπει, να είναι ένας από αυτούς.
Γιατί κάθε ώρα που ένας νέος αφιερώνει στον αθλητισμό, είναι μια ώρα που επενδύεται σε μια πιο υγιή κοινωνία. Και αυτή είναι μια επένδυση που πάντα αποδίδει.
Σε μια περίοδο που η ψηφιακή απομόνωση, το άγχος και η ανασφάλεια κυριαρχούν στη ζωή των νέων, η φυσική κίνηση και η ομαδική προσπάθεια λειτουργούν σχεδόν θεραπευτικά. Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότερες μελέτες συνδέουν τον αθλητισμό με τη βελτίωση της ψυχικής υγείας, της αυτοεκτίμησης και της σχολικής απόδοσης. Όταν το σώμα κινείται, το μυαλό βρίσκει ισορροπία.
Η ευθύνη, όμως, δεν βαραίνει μόνο την Πολιτεία, βαραίνει και την κοινωνία συνολικά. Τους γονείς, τα σχολεία, τους τοπικούς φορείς, όλους όσοι διαμορφώνουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνουν οι νέοι μας.Χρειάζεται συλλογική συνείδηση ότι ο αθλητισμός δεν είναι πολυτέλεια, αλλά βασικό εργαλείο πρόληψης και ανάπτυξης.
Αν θέλουμε μια κοινωνία με ενεργούς, υγιείς και δημιουργικούς πολίτες, οφείλουμε να ξεκινήσουμε από εκεί που χτυπά η καρδιά της, από τη νεολαία και να της δώσουμε όχι λόγια, αλλά πραγματικές διεξόδους.
*Κλινικής Διευθύντριας θεραπευτικής δομής «Αγία Σκέπη»



