Του Νεοκλή Νεοκλέους-Συντάκτης Alpha Κύπρου
Εκ της φύσεως του λειτουργήματος που ασκούμε ως δημοσιογράφοι, τα εγκώμια σε πολιτικά πρόσωπα δεν είναι της αρεσκείας του γράφοντος. Ωστόσο, αν είναι ένα πράγμα στο οποίο είμαστε ταγμένοι αυτό είναι η αλήθεια. Και η αλήθεια είναι ότι οι εξελίξεις γύρω από το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης της Κύπρου με την Ελλάδα δικαιώνουν τη στάση που τήρησε για το θέμα τους τελευταίους μήνες ο Υπουργός Οικονομικών.
Τι έλεγε το Σεπτέμβριο ο Μάκης Κεραυνός; Ότι η οικονομική βιωσιμότητα του έργου ήταν τουλάχιστον αμφίβολη. Και, βεβαίως, όταν τα έλεγε, δεν τα σκαρφιζόταν. Eξέφραζε όσα έλεγαν οι μελέτες που ζήτησε η ίδια η Κυβέρνηση στην οποία συμμετέχει. Μελέτες οι οποίες βασίζονταν στη συμφωνία που συνήψε η Κύπρος με την Ελλάδα το Σεπτέμβριο του 2024 και οι οποίες προκαλούν ερωτήματα ως προς τους λόγους που υπέγραψε τη συμφωνία η Κυβέρνηση. Εάν δηλαδή ζήτησε τις απαιτούμενες μελέτες πριν τις υπογραφές ή μετά και γιατί δεν ζήτησε τις μελέτες επί των όρων που συζητούνταν προτού υπογράψει τη συμφωνία, ούτως ώστε να λάβει μια ενημερωμένη απόφαση. Ερωτήματα τα οποία δεν είναι της ώρας, και τα οποία κάποια στιγμή πρέπει να απαντηθούν από τους αρμόδιους.
Και τι δεν άκουσε ο Μάκης Κεραυνός για τις τοποθετήσεις του, τόσο από την Ελλάδα όσο και στο εσωτερικό. Μέχρι και η ακεραιότητά του αμφισβητήθηκε με τον Έλληνα Υπουργό Ενέργειας να τον κατηγορεί ότι κρατούσε τις μελέτες για τον εαυτό του. Ουδέν αναληθέστερον βεβαίως. Αφενός, είναι προφανές ότι η επιφύλαξη της Κυπριακής Κυβέρνησης το τελευταίο διάστημα σε αυτές ακριβώς τις μελέτες βασίστηκε. Οι οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, είχαν κοινοποιηθεί και στην Ελληνική Κυβέρνηση. Αφετέρου, οι μελέτες είχαν δει το φως της δημοσιότητας σχεδόν αμέσως μόλις τις έλαβε η Κυβέρνηση το Νοέμβριο του 2024, και κυριάρχησαν στην επικαιρότητα και τον περασμένο Σεπτέμβριο.
Γυρνώντας το χρόνο μπροστά στις δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη, την περασμένη Τετάρτη, ο Έλληνας Πρωθυπουργός διακήρυξε την ανάγκη άμεσης επικαιροποίησης των οικονομοτεχνικών παραμέτρων του έργου ούτως ώστε να μπορέσει να προσελκύσει επενδυτές, κάτι στο οποίο απέτυχε όλα αυτά τα χρόνια. Οι εν λόγω μελέτες που είχαν στα χέρια τους οι δύο κυβερνήσεις, υπογράμμιζαν την αδυναμία εξεύρεσης επενδυτών λόγω συγκεκριμένων προνοιών της συμφωνίας Κύπρου-Ελλάδας. Οι οποίες κρίθηκαν από τους οίκους που διενήργησαν τις μελέτες από προβληματικές έως και παράλογες.
Η δήλωση Μητσοτάκη περί ενδεχόμενου επενδυτικού ενδιαφέροντος, προφανώς και δεν ήταν τυχαία. Λίγες ώρες μετά ήρθε στην επιφάνεια η είδηση περί ενδιαφέροντος του U.S. International Development Finance Corporation (DFC), κρατικής εταιρείας χρηματοδότησης διεθνών αναπτύξεων των Ηνωμένων Πολιτειών. Το ίδιο βράδυ το κυπριακό Υπουργείο Ενέργειας και ο Έλληνας Υπουργός Ενέργειας ανακοίνωναν ότι το αποτέλεσμα της συνάντησης των δύο Υπουργών και του Ευρωπαίου Επιτρόπου, ήταν η συμφωνία τους για την επικαιροποίηση των οικονομοτεχνικών μελετών για τον GSI. Ήτοι, να γίνουν νέες μελέτες για να εξακριβωθεί η βιωσιμότητα του έργου και κατά πόσο είναι ρεαλιστικό να υλοποιηθεί σε τεχνικό και οικονομικό επίπεδο.
Με λίγα λόγια, για να μπορεί το έργο να είναι ελκυστικό για επενδυτές, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι είναι βιώσιμο και ρεαλιστικό. Για να μην έχει βρεθεί επενδυτής μέχρι σήμερα, σημαίνει ότι το έργο δεν έχει κριθεί από κάποιον ως τέτοιο. Ή τουλάχιστον, κανείς δεν έχει πειστεί ότι τα εκατομμύριά του θα έχουν αντίκρισμα σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Κανείς δε μπορεί να προδικάσει το αποτέλεσμα της νέας μελέτης για το έργο. Το γεγονός όμως και μόνο, ότι η όλη ανακίνηση του ζητήματος στη διακυβερνητική σύνοδο Κύπρου-Ελλάδας, στις συζητήσεις του σχήματος 3+1, και η εμπλοκή Αμερικανών, Ισραηλινών και Κομισιόν είχε ως μοναδικό ουσιαστικό αποτέλεσμα τη διενέργεια μιας νέας οικονομοτεχνικής μελέτης, επί της ουσίας βάζοντας στον πάγο το έργο, δικαιώνει τον Κύπριο Υπουργό Οικονομικών.



