Στο επίκεντρο βρίσκεται το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΤΚΑ) για ακόμη μια φορά, με αφορμή την έγκριση του προϋπολογισμού του από τη Βουλή και τη διαχρονική διασύνδεσή του με το δημόσιο χρέος. Οικονομικοί αναλυτές θέτουν ερωτήματα τόσο τη βιωσιμότητα του Ταμείου σε βάθος χρόνου όσο και τον τρόπο αξιοποίησης του αποθεματικού του.
Η λογική και η αντοχή του συστήματος
Ο Σοφρώνης Κληρίδης εξήγησε ότι το ΤΚΑ δημιουργήθηκε για να καλύπτει μακροχρόνιες υποχρεώσεις του κράτους προς τους πολίτες, κυρίως συντάξεις, σε ένα περιβάλλον δυσμενών δημογραφικών εξελίξεων.
Όπως ανέφερε, με βάση τις τελευταίες αναλογιστικές μελέτες, το σύστημα θεωρείται σήμερα βιώσιμο μέχρι περίπου το 2080, παρά τις μεγάλες αβεβαιότητες που συνοδεύουν προβλέψεις τέτοιου χρονικού ορίζοντα. Τόνισε, ωστόσο, ότι το Ταμείο έχει και στοιχεία κοινωνικής πολιτικής, χωρίς αυτός να είναι ο κύριος σκοπός του, και πως οποιαδήποτε επέκταση παροχών προϋποθέτει αντίστοιχη αύξηση εισφορών.
Διαχείριση αποθεματικού και κρατική πρακτική
Από την πλευρά του, ο Μιχάλης Περσιάνης άσκησε έντονη κριτική στη διαχρονική πρακτική του κράτους να χρησιμοποιεί τα πλεονάσματα του ΤΚΑ για κάλυψη τρεχουσών δαπανών, χωρίς μια ορθολογική διαδικασία δανεισμού ή σαφές επενδυτικό πλαίσιο.
Όπως σημείωσε, τα χρήματα αυτά δεν επενδύονται παραγωγικά ώστε να στηρίξουν τα μελλοντικά ελλείμματα του Ταμείου, αλλά καταναλώνονται, γεγονός που υπονομεύει τη δημοσιονομική πειθαρχία και δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο αύξησης υποχρεώσεων του κράτους προς το ΤΚΑ.
Ο κ. Περσιάνης υπογράμμισε ότι η υφιστάμενη βιωσιμότητα βασίζεται σε κρίσιμες παραδοχές: αύξηση εισφορών έως και 27% των μισθών, αυτόματη άνοδο του ορίου αφυπηρέτησης με το προσδόκιμο ζωής και διατήρηση ευνοϊκών οικονομικών συνθηκών.
Προειδοποίησε ότι πρόκειται για πολιτικά και κοινωνικά δύσκολες επιλογές, ενώ τόνισε πως οι μεταρρυθμίσεις οφείλουν να σχεδιάζονται με βάση το δυσμενές και όχι το ευνοϊκό σενάριο, καθώς «στις καλές εποχές γίνονται τα μεγαλύτερα λάθη».



