Η υπόθεση «Σάντη» εξελίσσεται σε ένα σύνθετο νομικό γρίφο που θέτει υπό αμφισβήτηση θεμελιώδεις πυλώνες του κράτους δικαίου στην Κύπρο. Με τις πρόσφατες αστυνομικές έρευνες σε γραφεία δικηγόρων να προκαλούν έντονες αντιδράσεις, η συζήτηση μετατοπίζεται πλέον από τις τεχνικές λεπτομέρειες στην ουσία της νομιμότητας των διαδικασιών.
Ο νομικός Αχιλλέας Δημητριάδης και ο ακαδημαϊκός Κώστας Παρασκευά, αναφέρονται σε τοποθετήσεις τους στους κινδύνους από την κάμψη του δικηγορικού απορρήτου και η ανάγκη για δικαστικό έλεγχο σε ενέργειες που φαίνεται να αποκλίνουν από την ευρωπαϊκή νομολογία.
Μιλώντας στην εκπομπή Alpha Καλημέρα, ο νομικός Αχιλλέας Δημητριάδης, περιέγραψε την υπόθεση «Σάντη» και των πρόσφατων αστυνομικών ενεργειών ως έναν «πραγματικό χαμό», υπογραμμίζοντας ότι πέρα από τις τεχνικές λεπτομέρειες, το μείζον ζήτημα είναι η ραγδαία διάβρωση της εμπιστοσύνης του απλού πολίτη προς το σύστημα απονομής δικαιοσύνης.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην αμφιλεγόμενη έρευνα που διεξήχθη το Μεγάλο Σάββατο στο σπίτι και το γραφείο του δικηγόρου Ν. Κληρίδη. Ο κ. Δημητριάδης επεσήμανε τη σημασία της εμπιστευτικότητας μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, σημειώνοντας πως η παραβίασή της επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
«Είναι ένας χαμός, για να το πούμε απλά», ανέφερε χαρακτηριστικά, συμπληρώνοντας πως η χρονική στιγμή της έρευνας περιόρισε τη δυνατότητα άμεσου δικαστικού ελέγχου.
«Επειδή τα δικαστήρια ήταν κλειστά λόγω αργιών, δεν μπορούσε να ελεγχθεί η νομιμότητα του διατάγματος. Αν αυτό ακυρωθεί εκ των υστέρων, τα δεδομένα θα πρέπει να επιστραφούν και δεν θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν» είπε.
Παράλληλα, ο γνωστός νομικός εξέφρασε προβληματισμό για το αν τα στοιχεία που κυκλοφορούν (μηνύματα, ηχητικά, έγγραφα) είναι γνήσια ή κατασκευασμένα, καθώς η αστυνομία διερευνά το ενδεχόμενο κυκλοφορίας ψευδών εγγράφων από την πλευρά της «Σάντυ».
«Δύο είναι οι πιθανότητες: ή αυτά είναι αλήθεια ή είναι ψέματα. Αυτό δεν μπορεί να ελεγχθεί στο στάδιο που βρισκόμαστε τώρα, καθώς προέχει η διαδικασία συλλογής της μαρτυρίας», εξήγησε, τονίζοντας ότι η δικαιοσύνη θα κληθεί τελικά να λύσει τον γρίφο μέσα από μια ποινική διαδικασία όπου οι μάρτυρες θα πρέπει να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν το περιεχόμενο των στοιχείων.
Κλείνοντας, ο κ. Δημητριάδης στάθηκε στην κοινωνική διάσταση του ζητήματος, σημειώνοντας ότι η αναμόχλευση παλιών υποθέσεων και οι σκιές διαφθοράς εντείνουν το αίσθημα ανασφάλειας.
«Ο μέσος πολίτης δεν νιώθει ασφάλεια ότι τα πράγματα γίνονται όπως πρέπει. Υπάρχει μια πληθώρα πραγμάτων που άπτονται της κυπριακής κοινωνίας και πρέπει να δοθεί ένα τέλος, ώστε να αποκατασταθεί το κύρος της δικαιοσύνης» κατέληξε.
Στον «αέρα» η νομιμότητα των ερευνών;
Ως μια υπόθεση «πρωτοφανή και πρωτόγνωρη» για τα χρονικά χαρακτήρισε ο Πρόεδρος του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου, Κώστας Παρασκευά, τις τελευταίες εξελίξεις που εμπλέκουν ανώτατους αξιωματούχους και εγείρουν σοβαρά νομικά ερωτήματα.
Μιλώντας στην εκπομπή «Alpha Ενημέρωση», ο κ. Παρασκευάς εξέφρασε έντονες επιφυλάξεις για τη διαχείριση του δικηγορικού απορρήτου κατά τις αστυνομικές έρευνες, τονίζοντας ότι το ζήτημα αγγίζει τα υψηλότερα δώματα της πολιτείας.
«Θα ήμουν ιδιαίτερα επιφυλακτικός ως προς τη νομιμότητα των ενεργειών της αστυνομίας», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι το δικηγορικό απόρρητο αποτελεί θεμελιώδη πυλώνα του κράτους δικαίου, άρρηκτα συνδεδεμένο με το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη και τη μη αυτοενοχοποίηση.
Παρόλο που παραδέχθηκε ότι το απόρρητο μπορεί να καμφθεί σε εξαιρετικές περιπτώσεις, επισήμανε ότι στην προκειμένη περίπτωση η οριζόντια κατάσχεση και αντιγραφή δεδομένων από τα κινητά τηλέφωνα του δικηγόρου ενδέχεται να παραβιάζει την ευρωπαϊκή νομολογία.
Σύμφωνα με τον κ. Παρασκευά, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο όταν οι έρευνες αφορούν πρόσωπα που δεν είναι καν ύποπτα ή όταν τα εντάλματα στερούνται συγκεκριμένων ασφαλιστικών δικλείδων.
«Το να γίνεται αντιγραφή δεδομένων που περιλαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες άλλων πελατών, εκ πρώτης όψεως, δεν συμβαδίζει με τη νομολογία του ΕΔΑΔ», σημείωσε, εξηγώντας ότι η αστυνομία θα έπρεπε να περιοριστεί αυστηρά στη μαρτυρία που αφορά τη συγκεκριμένη υπόθεση.
Καταλήγοντας, ο ακαδημαϊκός σημείωσε ότι η νομιμότητα του εντάλματος μπορεί πλέον να προσβληθεί μέσω του προνομιακού εντάλματος «Certiorari». Παρά το γεγονός ότι η αστυνομία ακολούθησε την τυπική οδό εξασφάλισης δικαστικού εντάλματος, το περιεχόμενο και η έκταση της έρευνας παραμένουν υπό αμφισβήτηση, σε μια περίοδο που, όπως σημειώθηκε στη συζήτηση, η κοινή γνώμη μοιάζει να «μην πιστεύει τίποτα και κανέναν».



