weather widget icon
28.9 °C
ΚΥΡΙΑΚΗ
30.08.2026 7:06
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΛΕΙΤΟΥ

ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΛΕΙΤΟΥ

Τριάντα σχεδόν χρόνια μετά: ένα σύντομο διήγημα της Annie Proulx έγινε ταινία με τρία Όσκαρ, όπερα στο Teatro Real της Μαδρίτης και θεατρική παράσταση στο West End

Στο τέλος της ιστορίας υπάρχει μια ντουλάπα και μέσα της δύο πουκάμισα, περασμένα το ένα μέσα στο άλλο. Είναι ό,τι απέμεινε από είκοσι χρόνια που δεν επιτράπηκε ποτέ να γίνουν ζωή. Η Annie Proulx χρειάστηκε λίγες μόνο σελίδες για να φτάσει σε αυτή την εικόνα. Τις τρεις δεκαετίες που ακολούθησαν, ο κινηματογράφος, η όπερα και το θέατρο θα προσπαθούσαν, με τα δικά της εργαλεία καθεμία από αυτές τις τέχνες, να φτάσουν κι εκείνα ως εκεί.

Το Brokeback Mountain δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The New Yorker στις 13 Οκτωβρίου 1997 και δύο χρόνια αργότερα εντάχθηκε, σε ελαφρώς διευρυμένη μορφή, στη συλλογή Close Range: Wyoming Stories. Κέρδισε το National Magazine Award και διακρίθηκε στα O. Henry Awards, τίποτα όμως δεν προμήνυε τη διαδρομή που θα ακολουθούσε: μια ταινία με τρία Όσκαρ, μια όπερα σε πρεμιέρα στη Μαδρίτη και μια παράσταση στο West End. Ελάχιστα σύγχρονα αμερικανικά κείμενα έχουν αλλάξει τόσες φορές μέσο και ακόμη λιγότερα έχουν βγει από τη διαδικασία τόσο αναγνωρίσιμα.

Η υπόθεση χωρά σε λίγες γραμμές. Καλοκαίρι του 1963: ο Ennis del Mar και ο Jack Twist, δύο νεαροί άντρες από φτωχές οικογένειες της αμερικανικής επαρχίας, προσλαμβάνονται για να φυλάξουν ένα κοπάδι πρόβατα στο απομονωμένο Brokeback Mountain. Μακριά από τις οικογένειες, τους γείτονες και τους ρόλους που τους έχουν ανατεθεί, δημιουργούν έναν δεσμό τον οποίο κανένας από τους δύο δεν έχει τις λέξεις να ονομάσει.

Όταν κατεβαίνουν από το βουνό, επιστρέφουν στον κόσμο από τον οποίο είχαν προσωρινά δραπετεύσει. Παντρεύονται, αποκτούν παιδιά, προσπαθούν να χωρέσουν σε μια ζωή που δεν τους χωρά. Θα συνεχίσουν να συναντιούνται κρυφά για σχεδόν είκοσι χρόνια, με τον Jack να επιμένει ότι θα μπορούσαν να ζήσουν μαζί και τον Ennis να μένει ακίνητος από τον φόβο.

ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΣΤΑΘΜΟΙ 1997  Το διήγημα της Annie Proulx δημοσιεύεται στο New Yorker (13 Οκτωβρίου). Το 1999 εντάσσεται στη συλλογή Close Range: Wyoming Stories. 2005  Η ταινία του Ang Lee με τους Heath Ledger και Jake Gyllenhaal. Χρυσός Λέοντας στη Βενετία, οκτώ υποψηφιότητες για Όσκαρ, τρία βραβεία. 2014  Η όπερα του Charles Wuorinen σε λιμπρέτο της ίδιας της Proulx. Πρεμιέρα στις 28 Ιανουαρίου στο Teatro Real της Μαδρίτης, σε σκηνοθεσία Ivo van Hove. 2023  Η θεατρική διασκευή του Ashley Robinson στο @sohoplace του West End, με τους Lucas Hedges και Mike Faist.

Ο φόβος ως κληρονομιά

Αυτός ο φόβος δεν είναι αφηρημένος. Παιδί ακόμη, ο Ennis αναγκάστηκε από τον πατέρα του να αντικρίσει το κακοποιημένο σώμα ενός άντρα που είχε δολοφονηθεί επειδή ζούσε με έναν άλλον άντρα. Από τότε γνωρίζει ότι η επιθυμία του μπορεί να έχει θανάσιμο κόστος. Η κοινωνική βία έχει εγκατασταθεί μέσα του πριν προλάβει να καταλάβει ποιος είναι.

Εδώ βρίσκεται και η ουσιαστική διαφορά του κειμένου από τη μακρά παράδοση των ιστοριών απαγορευμένου έρωτα. Η Proulx δεν γράφει για δύο ανθρώπους που εμποδίζονται από κάποιον εξωτερικό διώκτη. Γράφει για την ομοφοβία τη στιγμή που παύει να είναι απειλή και γίνεται εσωτερική φυλακή. Ο Ennis και ο Jack δεν αποτυγχάνουν επειδή δεν αγαπιούνται αρκετά, αλλά επειδή έχουν μάθει ότι η αγάπη τους δεν επιτρέπεται να αποκτήσει δημόσια μορφή.

Το βουνό γίνεται έτσι ο μοναδικός τόπος όπου μπορούν να υπάρξουν ελεύθερα — όχι επειδή εκεί αλλάζουν οι ίδιοι, αλλά επειδή εκεί απουσιάζουν οι άλλοι. Κάθε κάθοδος στην πεδιάδα είναι και μια επιστροφή στους κανόνες.

Ο Ang Lee και η οικονομία της σιωπής

Η μεταφορά στον κινηματογράφο παρέμεινε για χρόνια ένα σχέδιο που δύσκολα έβρισκε χρηματοδότηση. Το σενάριο των Larry McMurtry και Diana Ossana κυκλοφορούσε ήδη στο Χόλιγουντ, όμως η ιστορία δύο αντρών της αμερικανικής Δύσης που διατηρούν ερωτική σχέση επί δεκαετίες θεωρούνταν εμπορικά επικίνδυνη. Τη σκηνοθεσία ανέλαβε τελικά ο Ang Lee και η ταινία βγήκε στις αίθουσες το 2005, με τον Heath Ledger στον ρόλο του Ennis, τον Jake Gyllenhaal σε εκείνον του Jack και τις Michelle Williams και Anne Hathaway στους ρόλους των συζύγων τους — γυναικών που πληρώνουν, η καθεμία διαφορετικά, το τίμημα μιας αλήθειας που δεν λέγεται.

Ο Lee δεν αντιμετώπισε το υλικό ως τολμηρό κοινωνικό δράμα ούτε ως ιστορία που όφειλε να εξηγήσει ή να δικαιολογήσει τη σχέση των δύο αντρών. Το γύρισε σαν μεγάλη αμερικανική ερωτική τραγωδία. Το φύλο των ηρώων είναι καθοριστικό για την καταπίεσή τους, όχι όμως και για την ικανότητα του θεατή να αναγνωρίσει τον πόνο τους.

Η ταινία διεύρυνε τον κόσμο του διηγήματος χωρίς να θυσιάσει τη λιτότητά του. Έδωσε χώρο στους γάμους, στις οικογένειες, στο πέρασμα του χρόνου. Κυρίως, όμως, ανέδειξε τη σιωπή σε κεντρικό της πρόσωπο. Ο Ennis του Ledger μιλά μέσα από ένα σώμα διαρκώς κλειδωμένο: οι λέξεις βγαίνουν δύσκολα, η φωνή μένει χαμηλή, το βλέμμα αποφεύγει. Είναι ένας άνθρωπος που έχει μάθει να καταπίνει ό,τι θα μπορούσε να τον προδώσει. Ο Jack του Gyllenhaal είναι πιο ανοιχτός, πιο ανυπόμονος, πιο πρόθυμος να διεκδικήσει. Αν εκείνος εκπροσωπεί την πιθανότητα της αλλαγής, ο Ennis ενσαρκώνει το τίμημα του φόβου.

Τα απέραντα τοπία δεν υπόσχονται ελευθερία· κάνουν πιο ορατή τη μοναξιά. Μέσα σε έναν τόσο μεγάλο κόσμο, οι δύο άντρες δεν βρίσκουν ούτε έναν μικρό τόπο για να ζήσουν μαζί. Η μουσική του Gustavo Santaolalla, λιτή και μελαγχολική, αναλαμβάνει όσα δεν λέγονται: λίγες νότες κιθάρας αρκούν για να μεταφέρουν μια ζωή που χάθηκε πριν προλάβει να υπάρξει.

Η ταινία κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στη Βενετία και απέσπασε οκτώ υποψηφιότητες για Όσκαρ, από τις οποίες μετέτρεψε σε βραβεία τις τρεις: σκηνοθεσίας για τον Lee, διασκευασμένου σεναρίου για τους McMurtry και Ossana, πρωτότυπης μουσικής για τον Santaolalla. Η ήττα της από το Crash στην κατηγορία της καλύτερης ταινίας παραμένει μία από τις πιο αμφισβητούμενες αποφάσεις στην ιστορία της Ακαδημίας. Η σημασία της, ωστόσο, δεν μετριέται σε αγαλματίδια: το Brokeback Mountain έφερε μια queer ερωτική ιστορία στο κέντρο της παγκόσμιας βιομηχανίας του θεάματος, όχι ως αφήγηση για ένα συγκεκριμένο κοινό, αλλά ως ιστορία αγάπης με οικουμενική εμβέλεια.

Όταν η σιωπή απέκτησε φωνή

Η επόμενη μεταμόρφωση ήρθε το 2014 και, αντίθετα με ό,τι συχνά θεωρείται, προηγήθηκε της θεατρικής κατά σχεδόν μία δεκαετία. Ο Αμερικανός συνθέτης Charles Wuorinen αναγνώρισε στην ιστορία τις προϋποθέσεις μιας σύγχρονης τραγωδίας και πρότεινε στην Proulx να τη μεταφέρουν στην όπερα. Η ίδια η συγγραφέας ανέλαβε το λιμπρέτο, επιστρέφοντας στους ήρωές της δεκαεπτά χρόνια μετά.

Η παγκόσμια πρεμιέρα δόθηκε στις 28 Ιανουαρίου 2014 στο Teatro Real της Μαδρίτης, σε μουσική διεύθυνση Titus Engel και σκηνοθεσία Ivo van Hove, με τον βαρύτονο Daniel Okulitch ως Ennis και τον τενόρο Tom Randle ως Jack. Ο Βέλγος σκηνοθέτης, από τις σημαντικότερες και πιο ριζοσπαστικές μορφές της σύγχρονης ευρωπαϊκής σκηνής, υπήρξε επί σειρά ετών καλλιτεχνικός διευθυντής του Toneelgroep Amsterdam, το οποίο το 2018 μετεξελίχθηκε στο σημερινό Internationaal Theater Amsterdam. Στην όπερα απέφυγε κάθε ρεαλιστική αναπαράσταση της αμερικανικής Δύσης. Έστησε έναν χώρο αφαιρετικό και ψυχολογικό, όπου το φυσικό τοπίο μετατρέπεται σταδιακά σε εσωτερικό τοπίο των ηρώων.

Σε αυτό ακριβώς το παράδοξο βρίσκεται το ενδιαφέρον της εκδοχής. Ο Wuorinen δεν έγραψε εύκολη, ρομαντική παρτιτούρα. Η μουσική του είναι σκοτεινή, σύνθετη, συχνά σκληρή. Η ορχήστρα δεν εξωραΐζει τη σχέση των δύο αντρών· αναδεικνύει τη σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία και στην απαγόρευση. Ο έρωτάς τους ακούγεται σαν κάτι που πασχίζει να υπάρξει μέσα σε έναν κόσμο που το συνθλίβει. Και το βουνό, απαλλαγμένο από κάθε γεωγραφία, αποκτά μυθικές διαστάσεις: ένα σύμβολο ελευθερίας έξω από τον χρόνο και την οργανωμένη κοινωνία.

Ενενήντα λεπτά στο West End

Το 2023 η ιστορία παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ως θεατρική διασκευή. Το έργο του Ashley Robinson ανέβηκε στο @sohoplace του West End σε σκηνοθεσία Jonathan Butterell, με τον Lucas Hedges ως Ennis και τον Mike Faist ως Jack — στο ντεμπούτο και των δύο στο λονδρέζικο θέατρο. Η παραγωγή χαρακτηρίστηκε «έργο με μουσική» και όχι μιούζικαλ: τα πρωτότυπα τραγούδια του Dan Gillespie Sells, με επιρροές από την country και τη folk παράδοση, ερμηνεύονταν ζωντανά και λειτουργούσαν ως συναισθηματική προέκταση της αφήγησης.

Το θέατρο δεν μπορούσε —και δεν επιχείρησε— να αναπαραγάγει την απεραντοσύνη του Wyoming. Επέστρεψε αντ’ αυτού στη συμπύκνωση του διηγήματος: μέσα σε περίπου ενενήντα λεπτά, το βουνό, οι αποστάσεις και το πέρασμα είκοσι χρόνων χτίζονταν με τα σώματα των ηθοποιών, το φως, τον ήχο και τη φαντασία του κοινού.

Καθοριστική ήταν η προσθήκη ενός μεγαλύτερου σε ηλικία Ennis, τον οποίο υποδυόταν ο Paul Hickey. Ο ηλικιωμένος άντρας παρακολουθούσε τη νεότερη εκδοχή του να γνωρίζει, να αγαπά και τελικά να χάνει τον Jack. Η ιστορία γινόταν έτσι ανάμνηση: μια ζωή που επαναλαμβάνεται αδιάκοπα στο μυαλό κάποιου ο οποίος γνωρίζει πια ποια ευκαιρία άφησε να χαθεί. Χωρίς τα κινηματογραφικά τοπία, το κοινό βρισκόταν αντιμέτωπο με τις ανάσες, τις σιωπές και την αμηχανία δύο ανθρώπων σε έναν περιορισμένο χώρο. Η πιο απλή και πιο επώδυνη μορφή της ιστορίας.

Το ίδιο τέλος, ξανά και ξανά

Κάθε τέχνη ανακάλυψε στο Brokeback Mountain ένα διαφορετικό έργο. Στο διήγημα κυριαρχούν η οικονομία του λόγου και η σκληρότητα της γραφής. Στον κινηματογράφο, το συναίσθημα γίνεται βλέμμα, σιωπή και τοπίο. Στην όπερα, όσα έμεναν καταπιεσμένα αποκτούν φωνή και ορχηστρική ένταση. Στο θέατρο, η ιστορία επιστρέφει στο σώμα, στη μνήμη και στη ζωντανή παρουσία.

Πίσω από τις τέσσερις εκδοχές παραμένει η ίδια αλήθεια. Ο Ennis και ο Jack δεν ηττήθηκαν επειδή δεν αγαπήθηκαν αρκετά· ηττήθηκαν επειδή έζησαν σε μια κοινωνία που τους έμαθε να φοβούνται την ίδια τους την αγάπη.

Γι’ αυτό και η ιστορία εξακολουθεί να μας αφορά, τριάντα σχεδόν χρόνια μετά. Δεν είναι μόνο το χρονικό δύο αντρών στην αμερικανική Δύση. Είναι μια ιστορία για τις ζωές που δεν ζήσαμε, για τις λέξεις που δεν τολμήσαμε να πούμε και για τη στιγμή που καταλαβαίνουμε ότι ο χρόνος τον οποίο θεωρούσαμε δεδομένο έχει ήδη τελειώσει.