Οι ομοιότητες δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητες. Όχι επειδή οι δύο άνδρες είχαν το ίδιο επάγγελμα, αλλά για την αδυναμία αποδοχής ότι η γυναίκα είναι ένα αυτόνομο πρόσωπο
Δύο χώρες. Δύο αστυνομικοί. Δύο γυναίκες θύματα. Και στις δύο περιπτώσεις, ο δράστης αυτοκτόνησε μετά τη δολοφονία της συζύγου του. Στερώντας από την κοινωνία τη δυνατότητα να τον δει να λογοδοτεί ενώπιον της Δικαιοσύνης. Η πρόσφατη απόπειρα δολοφονίας γυναίκας στη Λεμεσό προδίδει το βάθος του προβλήματος της ισότητας φύλων στην Κύπρο. Μια κίνηση copy paste αυτού που έγινε στην Ελλάδα πριν μόλις δύο βδομάδες (στις 16 Ιουλίου) με τον αστυνομικό δράστη να αυτοκτονεί επίσης με το υπηρεσιακό όπλο μετά το έγκλημα.
Οι ομοιότητες δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητες. Όχι επειδή οι δύο άνδρες είχαν το ίδιο επάγγελμα, αλλά επειδή οι πράξεις τους φαίνεται να έχουν κοινή αφετηρία: την αδυναμία αποδοχής ότι η γυναίκα είναι ένα αυτόνομο πρόσωπο με δικαίωμα να αποφασίζει για τη ζωή της. Και όλες αυτές η συγκλονιστικές ίδιες λεπτομέρειες σε μόλις δύο βδομάδες.
Με απλά λόγια, αυτά τα πανομοιότυπα εγκλήματα αφορούν ξεκάθαρα έλεγχο και κυριαρχία του «άντρα του πολλά βαρύ» στην γυναίκα, στη μάνα, στη σύντροφο στον άνθρωπο που κάποτε αγάπησε και μετά ο ίδιος έγινε δήμιος – εκτελεστής. Ο δράστης δεν αντέχει την απώλεια της σχέσης ή την δυναμική που αναπτύσσει πλέον η γυναίκα ως ανεξάρτητος άνθρωπος. Και αυτό όχι επειδή χάνει τον άνθρωπο που αγαπά, αλλά επειδή βιώνει ότι χάνει τον έλεγχο. Όταν η γυναίκα διεκδικεί ανεξαρτησία, εκφράζει διαφορετική άποψη ή αποφασίζει να αποχωρήσει από τη σχέση, ορισμένοι άνδρες αντιλαμβάνονται αυτή την επιλογή ως προσωπική ταπείνωση και πλήγμα στην ταυτότητά τους και προφανώς είναι εκεί που το «εγώ» γίνεται μεγαλύτερο από οτιδήποτε άλλο.
Αυτό δεν είναι απλώς προσωπικό πρόβλημα. Είναι κοινωνικό και ενδεχομένως γεωγραφικό γιατί σε αυτόν τον τομέα, είμαστε πολύ πιο κοντά στην Μέση Ανατολή παρά στην Ευρώπη.
Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί στην Ελλάδα και την Κύπρο ως προς τα δικαιώματα των γυναικών, εξακολουθούν να επιβιώνουν βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις που παρουσιάζουν τον άνδρα ως τον φυσικό αρχηγό της οικογένειας και τη γυναίκα ως πρόσωπο που οφείλει να συμμορφώνεται. Οι αντιλήψεις αυτές μπορεί να μην εκφράζονται πλέον ανοιχτά, όμως συνεχίζουν να αναπαράγονται μέσα από την οικογένεια, την κοινωνική ανατροφή και τα στερεότυπα για τον «πραγματικό straight άνδρα».
Η αντίδραση των δραστών μετά το έγκλημα αποτελεί επίσης αντικείμενο προβληματισμού. Δεν μπορεί να ερμηνευθεί με έναν μόνο τρόπο. Σε αρκετές περιπτώσεις συνδέεται με την αδυναμία του δράστη να αποδεχθεί τις συνέπειες των πράξεων του, με την κατάρρευση της εικόνας που είχε για τον εαυτό του ή με την πεποίθηση ότι, αφού έχασε τον έλεγχο της ζωής του, δεν υπάρχει συνέχεια. Σε κάθε περίπτωση, η αυτοκτονία στερεί από τα θύματα και τις οικογένειές τους τη δημόσια λογοδοσία και την απονομή δικαιοσύνης μέσα από τη δικαστική διαδικασία.
Το γεγονός ότι και στις δύο περιπτώσεις οι δράστες ήταν αστυνομικοί προσθέτει ακόμη μία διάσταση. Η ιδιότητα του αστυνομικού δεν εξηγεί το έγκλημα ούτε σημαίνει ότι οι αστυνομικοί είναι περισσότερο βίαιοι από άλλες κοινωνικές ομάδες. Ωστόσο, πρόκειται για ανθρώπους που φέρουν κρατική εξουσία και έχουν εκπαιδευτεί στη διαχείριση καταστάσεων.
Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να αντιμετωπιστούν οι δύο υποθέσεις ως δύο ακόμη οικογενειακές τραγωδίες. Και όμως όχι. Οι δύο τραγικές υποθέσεις αποτελούν υπενθύμιση ότι η ουσιαστική ισότητα των φύλων δεν έχει ακόμη κατακτηθεί.
Σε ένα γενικότερο πλαίσιο, το 2026 δεν θα έπρεπε να συζητάμε ακόμη αν μια γυναίκα έχει δικαίωμα να φύγει από μια σχέση χωρίς να φοβάται για τη ζωή της, ή εάν έχει το δικαίωμα να πάει κόντρα στα θέλω του άντρα χωρίς συνέπειες! Κι όμως, κάθε νέα γυναικοκτονία αποδεικνύει ότι η ισότητα δεν μετριέται μόνο με νόμους, αλλά κυρίως με νοοτροπίες.
Η πραγματική πρόκληση δεν είναι η αυστηρότερη τιμωρία των δραστών αλλά η αλλαγή της κουλτούρας που επιτρέπει σε ορισμένους άνδρες να πιστεύουν ότι η απώλεια της εξουσίας πάνω στη σύντροφό τους αποτελεί λόγο για να της αφαιρέσουν τη ζωή.