Όταν οι ανεξάρτητοι δημόσιοι θεσμοί υπηρετούνται από θαρραλέους αξιωματούχους, προάγεται το κοινό καλό. Όταν υπηρετούνται από ασπόνδυλους γραφειοκράτες, ο δημόσιος βίος εξαχρειώνεται
Στον απόηχο του πορίσματος της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς για το Κράτος- Μαφία, αντιλαμβάνεστε, υποθέτω, γιατί το κατεστημένο είχε τόσο πολύ ενοχληθεί με τον τρόπο που η Ελεγκτική Υπηρεσία ασκούσε τις αρμοδιότητές της επί Οδυσσέα Μιχαηλίδη.
Είναι, πλέον, ακόμα πιο ξεκάθαρο: όπως η Αρχή τώρα, η Ελεγκτική Υπηρεσία συστηματικά και έγκυρα ξεσκέπαζε τις πομπές τους – είχε γίνει κάρφος στα μάτια των ισχυρών. Το φως που έριχνε στις χοντρές παρανομίες και/ή παρατυπίες πολιτικά-θεσμικά ισχυρών προσώπων ήταν τέτοιο που, αναπόφευκτα, καθιστούσαν τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη όχι μόνο ανεπιθύμητο, αλλά επικίνδυνο αξιωματούχο. Η απορία δεν είναι γιατί απολύθηκε, αλλά γιατί άργησε τόσο πολύ η απόλυσή του!
Θυμίζω ότι ο πρώτος που έθεσε το θέμα της πιθανής παύσης του τότε Γενικού Ελεγκτή λόγω «ανάρμοστης» συμπεριφοράς ήταν ο εντιμότατος (φυσικά!) Πρόεδρος Αναστασιάδης, το 2020. Έχοντας διορίσει δύο πρώην υπουργούς του στις κρίσιμες θέσεις του Γενικού Εισαγγελέα και του Βοηθού του, θέλησε να ολοκληρώσει την αυτοπροστασία του με την εκπαραθύρωση του ατίθασου Γενικού Ελεγκτή. Το έργο διεκπεραίωσαν οι ευνοούμενοί του στη Γενική Εισαγγελία, με τη συγκατάνευση του διαδόχου του. Το σύστημα ξέρει να προστατεύει τον εαυτό του. Δεν είναι όμως άτρωτο.
Το πρόσφατο πόρισμα της Αρχής για το Κράτος-Μαφία μας θύμισε την ισχύ που διαθέτουν οι Ανεξάρτητες Αρχές του κράτους δικαίου όταν στέκονται στο ύψος της αποστολής τους – όταν, δηλαδή, λειτουργούν αμερόληπτα ως θεματοφύλακες της νομιμότητας και θεσμικά αντίβαρα στην εξουσία. Η ισχύς τους προέρχεται, κατ’ αρχήν, από το ρόλο τους: γνωσιολογικά μιλώντας, ex officio πιστοποιούν, έστω και πιθανολογικά, στο μέτρο του δυνατού, την αλήθεια και το ψεύδος αναφορικά με πεπραγμένα αξιωματούχων.
Όταν η Αρχή επισήμως αποφαίνεται ότι είναι πιθανότερο ο Ν. Αναστασιάδης και τα λοιπά 14 ερευνηθέντα πρόσωπα να έχουν διαπράξει συγκεκριμένα αδικήματα από το να μην τα έχουν διαπράξει, η Αρχή χαρακτηρίζει ανθρώπινες πράξεις επί τη βάσει τεκμηρίων που συνέλεξαν οι ερευνητές της. Αυτό είναι που ενοχλεί τους ισχυρούς. Η α-λήθεια απο-καλύπτεται: αφαιρείται το πέπλο της λήθης και της άγνοιας για να έρθουν στο φως αυτά που, κατά πάσα πιθανότητα, συνέβησαν. Αν και η απαγωγική δομή των συλλογισμών της Αρχής (: η εξήγηση που ταιριάζει καλύτερα στα διαθέσιμα γεγονότα) καθιστά τα συμπεράσματά της αναθεωρήσιμα, μέχρις ότου αυτά αναθεωρηθούν (αν αναθεωρηθούν), θεωρούνται έγκυρα.
Η γνωσιολογική εγκυρότητα ενοχλεί τους ισχυρούς. Γιατί; Διότι η έγκυρη γνώση δεν μπορεί να αγνοηθεί στο κράτος δικαίου, καθότι πάνω σε αυτή εδράζεται η αξιολόγηση της νομιμότητας και της ακέραιας συμπεριφοράς που αναμένεται από αξιωματούχους. Οι αξιωματούχοι που σχεδιάζουν, ή φέρονται να έχουν επιδοθεί σε, παράνομες πράξεις το γνωρίζουν. Γι’ αυτό χρησιμοποιούν τις διαδικασίες και τους θεσμούς του κράτους δικαίου προκειμένου να κατασκευάσουν τη νομιμοφάνεια. Επίσημα πορίσματα και γνωματεύσεις, καταλλήλως μαγειρεμένα, «ξεπλένουν» ύποπτες πράξεις τους. Στο βαθμό που αυτό συμβαίνει, η νομιμοφάνεια υποκαθιστά τη νομιμότητα. Για να παραφράσω ελαφρώς τον Γκράουτσο Μαρξ, η νομιμότητα είναι μεγάλη υπόθεση και αν προσποιηθείς ότι την υπηρετείς, κέρδισες.
Μελέτη περίπτωσης: Η ΜΟ.Κ.Α.Σ. ως πλυντήριο
Δείτε το παράδειγμα της ΜΟ.Κ.Α.Σ, όπως αυτό αναφέρεται στη σύνοψη του πορίσματος της Αρχής. Γράφει η Αρχή:
«Προβάλλεται ισχυρισμός για ξέπλυμα χρημάτων από τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κ. Αναστασιάδη και τη δικηγορική Εταιρεία Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι, μέσω υπεράκτιων εταιρείων-κέλυφος (shell companies) και απόκρυψης των πραγματικών δικαιούχων καθώς και για παραπλανητικές δηλώσεις περί μη ενεργούς συμμετοχής στη Δικηγορική Εταιρεία μετά το 1997».
Η Αρχή ερεύνησε την αλήθεια αυτού του του ισχυρισμού. Τι βρήκε;
Πρώτον, παρά τον ισχυρισμό Αναστασιάδη ότι, από την εκλογή τους ως Πρόεδρος του ΔΗΣΥ, το 1997, ήταν «σιωπηλός μέτοχος» στο δικηγορικό γραφείο που φέρει το όνομά του, εν τούτοις, «μέχρι την παραίτησή του ως γενικού συνεταίρου στις 26/02/2013, διατηρούσε ενεργό ρόλο στο δικηγορικό γραφείο και τη γενική εποπτεία των δραστηριοτήτων αυτού […]».
Δεύτερον, για να αντικρούσει δημοσίευμα της Δημοσιογραφικής Πλατφόρμας Κατά του Οργανωμένου Εγκλήματος και της Διαφθοράς (OCCRP), “o κ. Αναστασιάδης, ενώ κατείχε το αξίωμα του Πρόεδρου της Δημοκρατίας, απηύθυνε δημόσια έκκληση προς τη Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης (ΜΟ.Κ.Α.Σ), να διερευνήσει τους ισχυρισμούς της OCCRP”. Σύμφωνα με την Αρχή, η ενέργεια αυτή του τότε Προέδρου «εγείρει σοβαρές ανησυχίες για αυθαίρετη θεσμική παρέμβαση, ακατάλληλη χρήση πολιτικής/εκτελεστικής επιρροής και κατάχρηση εξουσίας».
Τρίτον, όπως στο ταγκό χρειάζονται δύο, στη δημόσια έκκληση του κ. Αναστασιάδη ανταποκρίθηκε πάραυτα, σαν σε συντονισμένη κίνηση χορογραφίας, η τότε επικεφαλής της ΜΟ.Κ.Α.Σ. Η Αρχή αναφέρει ότι η ίδια ισχυρίστηκε ότι «ενήργησε αυτεπάγγελτα ως προς την απόφαση διεξαγωγής της έρευνας».
Ωστόσο, η έρευνα της Αρχής ανακάλυψε ότι:
«ενώ η ΜΟ.Κ.Α.Σ είχε ήδη λάβει επίσημη παραπομπή από ελεγκτικό οίκο σχετικά με τις ακριβείς συναλλαγές που αναφέρονταν στο δημοσίευμα, οκτώ (8) ημέρες πριν τη δημόσια έκκληση του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας στη ΜΟ.Κ.Α.Σ για διεξαγωγή έρευνας, δεν προέβη σε καμία ενέργεια μέχρις ότου ο τέως Προέδρος της Δημοκρατίας, κ. Αναστασιάδης, δημοσίως ζητούσε διερεύνηση».
Σε απλά ελληνικά: η ΜΟ.Κ.Α.Σ αρχικά έκανε την πάπια. Ανέλαβε δράση όταν της το ζήτησε ο τότε Πρόεδρος για ένα θέμα που ενέπλεκε τον ίδιο.
Τέταρτον, η πρόθυμη χορογραφική ανταπόκριση της επικεφαλής της ΜΟ.Κ.Α.Σ εξέπληξε την Αρχή. Γράφει η Αρχή:
«Ενώ τα πορίσματα της ΜΟ.Κ.Α.Σ γενικά δεν δημοσιεύονται, η κα. Εύα Ρωσσίδου Παπακυριακού [σ.σ. η επικεφαλής της ΜΟ.Κ.Α.Σ] εξέδωσε δημόσια ανακοίνωση ημερομηνίας 20 Δεκεμβρίου 2019, σχετικά το αποτέλεσμα από τη διεξαγωγή της εν λόγω έρευνας, δηλώνοντας ότι δεν προέκυψε «τίποτα κατακριτέο», απαλλάσσοντας τον τέως Πρόεδρο και την Δικηγορική Εταιρεία».
Και συνεχίζει η Αρχή με ευρήματα που συνιστούν κόλαφο και όνειδος για τη ΜΟ.Κ.Α.Σ:
«Ως η κεντρική εθνική Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών, η ΜΟ.Κ.Α.Σ είχε καθήκον να διεξάγει ενεργά τη δική της έρευνα και να εξασφαλίσει αποδείξεις. Παρά ταύτα, αρκέστηκε στην αποδοχή των δοθεισών εξηγήσεων, χωρίς να προβεί στην αναγκαία ανεξάρτητη διερεύνηση και επαλήθευσή τους και χωρίς να εξασφαλίσει επαρκή τεκμηρίωση για τον εντοπισμό της προέλευσης και του προορισμού των υπό εξέταση κεφαλαίων, παρά την παρουσία ενοχοποιητικών στοιχείων που δικαιολογούσαν περαιτέρω ποινική έρευνα, η ΜΟ.Κ.Α.Σ ισχυρίστηκε ότι δεν εντοπίστηκε εγκληματική συμπεριφορά.
Το Πόρισμα που εκδόθηκε από τη ΜΟ.Κ.Α.Σ δεν ήταν ακριβής απεικόνιση των ενοχοποιητικών στοιχείων που είχαν συλλεχθεί κατά τη διάρκεια της έρευνάς σχετικά με τις κατηγορίες του OCCRP, καταδεικνύοντας πλημμελή διεξαγωγή έρευνας […].Ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, τα αρχεία συναλλαγών παρουσίαζαν κραυγαλέες ενδείξεις για ξέπλυμα παράνομου χρήματος, όπως εικονικές οντότητες-κέλυφος που ήταν εγγεγραμμένες στην Καραϊβική και δρομολογούσαν συναλλαγές ύψους 220 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ μέσω χωρών υψηλού κινδύνου, καθώς και ενδοεταιρικές χρηματοδότησεις […] Οι ενέργειες αυτές δύναται να αποτελούν μηχανισμούς ικανούς να συσκοτίσουν παράνομες συναλλαγές, οι οποίες παρόλα αυτά αγνοήθηκαν από τη ΜΟ.Κ.Α.Σ κατά την διεξαγωγή της έρευνας».
Σε απλά ελληνικά, σύμφωνα με την Αρχή, η ΜΟ.Κ.Α.Σ λειτούργησε ως «πλυντήριο» του κ. Αναστασιάδη. Τόσο απλό και τόσο οδυνηρό.
Η κρυπτο-ιδιωτικοποίηση του κράτους
Όταν οι ανεξάρτητοι θεσμοί διοικούνται από αξιωματούχους με σπονδυλική στήλη, αποφασισμένους να υπηρετούν άφοβα, μέσω του θεσμικού ρόλου τους, το δημόσιο συμφέρον, όχι μόνο εντοπίζονται κακοδιαχείριση και σκάνδαλα, όχι μόνο ελέγχονται η εξουσία και οι διαπλεκόμενες παρέες της, αλλά δημιουργούνται αναχώματα στη δυνητική διαφθορά.
Όταν, αντιθέτως, ασπόνδυλοι αξιωματούχοι προθύμως ενεργούν ως σφουγκοκωλάριοι της εκάστοτε εξουσίας, η υπηρεσία τους διαβρώνεται, ο δημόσιος βίος εξαχρειώνεται, και η ανέλεγκτη εξουσία λειτουργεί αρπακτικά. Το κράτος, τότε, κρυπτο-ιδιωτικοποιείται: ενεργεί για λογαριασμό των ισχυρών, οι οποίοι το χρησιμοποιούν σαν οικογενειακή επιχείρησή τους.
Στις μπανανίες της Λατινικής Αμερικής, οι ισχυροί είναι, κυρίως, οι βαρόνοι των ναρκωτικών, οι οποίοι, λαδώνοντας αξιωματούχους και πολιτικούς, εξαγοράζουν τη νομιμότητα των παράνομων πράξεών τους.
Στις μπανανίες της Μεσογείου, οι ισχυροί είναι, κυρίως, τα πολιτικά αφεντικά του κράτους. Οι επίορκοι εξ αυτών, το χρησιμοποιούν όχι μόνο για να πλουτίζουν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους, ούτε μόνο για να κάνουν ρουσφέτια προκειμένου να εξαγοράζουν τους εκλογείς και να κερδίζουν πολιτικό χρήμα, αλλά και για να αγοράζουν άκρως πολύτιμο συμβολικό-πολιτικό κεφάλαιο – τη νομιμοφάνεια των πράξεών τους.
Θεωρώ απίθανο ότι ο κ. Αναστασιάδης και οι λοιποί που ονοματίζει το πόρισμα της Αρχής θα αντιμετωπίσουν τη Δικαιοσύνη. Το υπουργικό συμβούλιο, επικεφαλής του οποίου είναι πρώην υπουργός και πολιτικό τέκνο του Αναστασιάδη, παρά την προφανή σύγκρουση συμφέροντος προσποιείται ότι ενεργεί αμερόληπτα, διορίζοντας ποινικούς ανακριτές της αρεσκείας του, αδιαφορώντας για την γενικευμένη αποδοκιμασία που συναντούν κρίσιμες επιλογές του. Δεκάρα δεν δίνουν για την κοινή γνώμη, η οποία, έτσι κι αλλιώς, αφενός δεν έχει πρόσωπο και φωνή, αφετέρου διαθέτει βραχεία μνήμη. Αυτό για οποίο αγωνιά το κατεστημένο είναι να διασφαλίσει τη νομιμοφάνεια. Πιθανότατα θα τα καταφέρει.
Ωστόσο, οι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας που δυσφορούν με τη σαπίλα τους δημόσιου βίου και αγωνιούν για τον τόπο δεν πτοούνται. Από τους ήρωες της ΕΟΚΑ και τους κοινωνικούς αγώνες διεθνώς μάθαμε να κρατάμε τη φλόγα της ελπίδας δυνατή, ακόμα κι όταν όλα γύρω σκοτεινιάζουν. Μας εμπνέουν εκείνοι οι λιγοστοί, ενδεχομένως, αλλά υπαρκτοί ακέραιοι αξιωματούχοι που επιμένουν να κάνουν τη δουλειά τους καλά. Για κάθε επικεφαλής της ΜΟ.Κ.Α.Σ υπάρχει πάντα ένας Γενικός Ελεγκτής και τα μέλη της Αρχής κατά της Διαφθοράς για να υπερασπίζουν το δημόσιο συμφέρον. Αυτοί αρκούν για να μας δείχνουν ότι δεν έχουν όλα χαθεί.