weather widget icon
28.9 °C
ΚΥΡΙΑΚΗ
16.08.2026 9:40
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
ΑΠΟ  ΝΙΚΟΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

ΑΠΟ ΝΙΚΟΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

Η Μαρίνα, η Λίσα, και το μάθημα που κάποιοι αρνούνται ακόμη να πάρουν

Υπάρχει κάτι βαθιά αρρωστημένο σε μια κοινωνία όταν ένα παιδί που φορά τη φανέλα μιας εθνικής ομάδας πρέπει να αποδείξει ότι είναι αρκετά Κύπριος ή Ελλαδίτης για να την αξίζει. Αυτό έκαναν αυτές τις ημέρες η Μαρίνα Χατζηκώστα στην Κύπρο και η Λίσα Ιτόγια στην Ελλάδα. Και μας ανάγκασαν, για ακόμη μία φορά, να κοιτάξουμε στον καθρέφτη.

Η Μαρίνα, λίγες ημέρες μετά το χάλκινο μετάλλιο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Κ20 στη δισκοβολία, μίλησε δημόσια για τα ρατσιστικά σχόλια που δέχθηκε. Η ίδια έχει μιλήσει ανοιχτά για την καταγωγή και την υιοθεσία της και δήλωσε περήφανη που εκπροσωπεί την Κύπρο. Η ΚΟΕΑΣ στάθηκε στο πλευρό της, υπογραμμίζοντας ότι ο ρατσισμός και κάθε μορφή διάκρισης δεν έχουν θέση στον αθλητισμό. Στην Ελλάδα, την ίδια ώρα, η Λίσα Ιτόγια, πρωταγωνιστεί με την Εθνική Κορασίδων στο Ευρωμπάσκετ U16. Και αντί να συζητάμε μόνο για το μπάσκετ της, για τα καλά της παιχνίδια και για το μέλλον της, χρειάστηκε να απαντήσει σε ανθρώπους που θεώρησαν ότι έχουν το δικαίωμα να αμφισβητήσουν αν ανήκει στην ελληνική εθνική ομάδα.

Στα 16 της. Αυτό είναι που πρέπει να μας εξοργίζει περισσότερο. Όχι μόνο ότι υπάρχει ρατσισμός. Αλλά ότι υπάρχει η απαίτηση από ένα παιδί να τον αντιμετωπίσει. Ας τελειώνουμε με το «πόσο Κύπριος ή Ελλαδίτης είσαι».

Ποιος αποφασίζει ποιος ανήκει στο ελληνικό έθνος; Ο ρατσιστής του πληκτρολογίου; Ο τύπος στην εξέδρα; Ο ανώνυμος λογαριασμός στα social media; Ο άνθρωπος που θεωρεί ότι η εθνικότητα μετριέται από το χρώμα του δέρματος; Και ποιος αποφασίζει ποιος είναι Κύπριος;

Επειδή κάποιος έχει διαφορετική καταγωγή από εκείνη που θεωρεί ο ίδιος «σωστή», πρέπει να δώσει εξετάσεις; Να παρουσιάσει γενεαλογικό δέντρο; Να αποδείξει ότι αγαπά περισσότερο την πατρίδα από εκείνον που γεννήθηκε με το «σωστό» χρώμα;

Τι ανοησία. Και κυρίως, τι επικίνδυνη ανοησία. Γιατί η πατρίδα δεν είναι μόνο DNA. Δεν είναι η απόχρωση δέρματος. Δεν είναι το επώνυμο. Δεν είναι το πού γεννήθηκαν οι γονείς σου. Είναι και το πού μεγάλωσες. Πού πήγες σχολείο. Πού έκανες φίλους. Πού έζησες τις χαρές και τις απογοητεύσεις σου. Πού έμαθες να ονειρεύεσαι. Και, για έναν αθλητή, είναι και η φανέλα που φορά όταν μπαίνει στον αγωνιστικό χώρο για να εκπροσωπήσει εκατομμύρια ανθρώπους.

Το έχουν ζήσει και οι Αντετοκούνμπο. Αν υπάρχει μια οικογένεια που μπορεί να εξηγήσει καλύτερα από οποιονδήποτε αυτή την παράνοια, είναι οι Αντετοκούνμπο.

Ο Γιάννης μεγάλωσε στην Ελλάδα. Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια. Έζησε τη φτώχεια και, όπως έχει ο ίδιος περιγράψει, βίωσε τον ρατσισμό λόγω του χρώματος του δέρματός του. Έχει μιλήσει για μια Ελλάδα όπου για κάποιον με τη δική του εμφάνιση η καθημερινότητα μπορούσε να γίνει δύσκολη. Και μετά ήρθε η ειρωνεία της ζωής. Το παιδί που κάποτε κάποιοι έβλεπαν ως «ξένο» έγινε ένας από τους μεγαλύτερους πρεσβευτές της Ελλάδας σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο άνθρωπος που χρειάστηκε να ακούσει αμφισβητήσεις για το αν είναι Έλληνας, έγινε εκείνος που έκανε εκατομμύρια ανθρώπους να γνωρίσουν την Ελλάδα. Ο Γιάννης, ο Θανάσης, ο Κώστας, ο Άλεξ. Μια οικογένεια με ρίζες στη Νιγηρία που έχει συνδεθεί τόσο βαθιά με την Ελλάδα, ώστε η εικόνα της ελληνικής σημαίας να συνοδεύει πλέον κάθε μεγάλη επιτυχία της.

Και όμως, ο ρατσισμός δεν εξαφανίστηκε. Απλώς κάθε τόσο αποκαλύπτεται ξανά. Το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο είναι να είσαι ρατσιστής πίσω από μια οθόνη

Εκεί κρύβεται σήμερα ένα μεγάλο κομμάτι του προβλήματος. Τα social media έδωσαν φωνή σε όλους. Και μαζί έδωσαν σε κάποιους την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να προσβάλλουν χωρίς συνέπειες. Ένα πληκτρολόγιο. Ένας ανώνυμος λογαριασμός. Μερικές λέξεις. Και απέναντι ένας άνθρωπος. Μια αθλήτρια. Ένα παιδί. Κάποιος που μπορεί να διαβάσει το σχόλιο το βράδυ μόνος του και να αναρωτηθεί γιατί πρέπει να απολογείται για κάτι που δεν επέλεξε ποτέ. Αυτό είναι το πραγματικό πρόσωπο του διαδικτυακού ρατσισμού.

Και το «πλάκα έκανα» δεν αποτελεί δικαιολογία. Δεν είναι πλάκα όταν στοχεύεις το χρώμα, την καταγωγή ή την ταυτότητα ενός ανθρώπου. Δεν είναι χιούμορ. Είναι ρατσισμός. Και ο αθλητισμός πρέπει να είναι η πρώτη γραμμή άμυνας

Ο αθλητισμός, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο χώρο, μπορεί να δώσει την απάντηση. Γιατί μέσα σε ένα γήπεδο δεν υπάρχουν φυλές. Υπάρχουν συμπαίκτες.

Δεν υπάρχουν «καθαρόαιμοι» και «μη καθαρόαιμοι». Υπάρχουν αθλητές.

Δεν υπάρχουν «αρκετά Κύπριοι» και «λιγότερο Κύπριοι». Υπάρχουν παιδιά που φοράνε την ίδια φανέλα. Και όταν αυτή η φανέλα είναι της εθνικής, το μόνο που θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει είναι αν ο άνθρωπος που τη φορά δίνει την ψυχή του.

Η Μαρίνα το έκανε. Η Λίσα το κάνει. Οι Αντετοκούνμπο το έκαναν και συνεχίζουν να το κάνουν. Και όλοι εκείνοι που τους αμφισβήτησαν;

Ας κοιτάξουν τον πίνακα των μεταλλίων. Ας κοιτάξουν τις επιτυχίες. Ας κοιτάξουν τα γήπεδα. Ας κοιτάξουν τις σημαίες. Και ας αναρωτηθούν ποιος τελικά εκπροσωπεί καλύτερα την Ελλάδα και την Κύπρο.

Εκείνος που γράφει μια ρατσιστική προσβολή από τον καναπέ του ή εκείνη που βρίσκεται μέσα στο στάδιο και δίνει μάχη για να ακούσει τον εθνικό ύμνο;

Η απάντηση δε χρειάζεται δεύτερη σκέψη. Δε χρειάζονται την άδειά μας. Η Μαρίνα δε χρειάζεται την άδεια κανενός για να είναι Κύπρια. Η Λίσα δε χρειάζεται την άδεια κανενός για να είναι Ελληνίδα. Ο Γιάννης δε χρειάζεται την άδεια κανενός για να αγαπά την Ελλάδα.

Κανείς δε χρειάζεται πιστοποιητικό ελληνικότητας από ανθρώπους που έχουν κάνει τον ρατσισμό μέτρο της πατριωσύνης τους. Γιατί υπάρχει μια μεγάλη παρεξήγηση που πρέπει επιτέλους να τελειώσει: Ο πατριωτισμός δεν είναι να ψάχνεις ποιος δεν ανήκει. Πατριωτισμός είναι να χαίρεσαι όταν ένας άνθρωπος που εκπροσωπεί τη χώρα σου πετυχαίνει.

Να σηκώνεσαι όταν ακούγεται ο εθνικός ύμνος. Να συγκινείσαι όταν σηκώνεται η σημαία. Να πανηγυρίζεις για το μετάλλιο. Και να μη σε ενδιαφέρει αν ο άνθρωπος που το κέρδισε έχει λευκό, μαύρο ή οποιοδήποτε άλλο χρώμα δέρματος. Γιατί στο τέλος της ημέρας το μετάλλιο δεν έχει χρώμα. Η φανέλα δεν έχει χρώμα. Η προσπάθεια δεν έχει χρώμα.

Η περηφάνια δεν έχει χρώμα. Και η Ελλάδα και η Κύπρος δε γίνονται φτωχότερες επειδή έχουν ανθρώπους διαφορετικής καταγωγής. Γίνονται πλουσιότερες.

Ο ρατσισμός είναι αυτός που τις μικραίνει. Και κάθε φορά που ένα παιδί αναγκάζεται να αποδείξει ότι ανήκει στη χώρα που μεγάλωσε και την οποία εκπροσωπεί στο διεθνές στερέωμα, η κοινωνία μας έχει αποτύχει.

Η Μαρίνα και η Λίσα όμως δεν απέτυχαν.

Αυτές κέρδισαν.Γιατί αντί να κρυφτούν, μίλησαν.Αντί να ντραπούν, στάθηκαν όρθιες.Αντί να αφήσουν τον ρατσισμό να τους αφαιρέσει την περηφάνια, φόρεσαν με μεγαλύτερη υπερηφάνεια τη φανέλα τους.Και ίσως αυτό να είναι το πιο ηχηρό μήνυμα προς όλους εκείνους που πιστεύουν ότι μπορούν να αποφασίζουν ποιος δικαιούται να λέγεται Ελλαδίτης ή Κύπριος:

Δε θα μας ορίσετε εσείς. Δε θα μας μετρήσετε εσείς. Δε θα μας πείτε εσείς πού ανήκουμε. Γιατί η Κύπρος και η Ελλάδα δεν ανήκουν στους ρατσιστές.

Ανήκουν  σε αυτούς που τις αγαπούν, τις εκπροσωπούν και παλεύουν καθημερινά να τις κάνουν καλύτερες. Και όταν σηκώνουν τη σημαία ψηλά, το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι ένα: Να σηκωθούμε και εμείς όρθιοι και να χειροκροτήσουμε.