Στην Κύπρο ο Βρετανός υπουργός Ευρωπαϊκών Θεμάτων για να εκτονώσει την κρίση
Δύο βδομάδες έχουν περάσει από το χτύπημα κατά των Βρετανικών Βάσεων και της έναρξης μιας αλυσιδωτής κρίσης την οποία ακόμα η Κυπριακή Δημοκρατία καλείται να διαχειριστεί. Μπορεί ο πρώτος πανικός και η ανασφάλεια να παρήλθαν, το κεφάλαιο «Βρετανικές Βάσεις» όμως εξακολουθεί να παραμένει ανοικτό στο Προεδρικό.
Στην Κύπρο ο Υπουργός Ευρωπαϊκών θεμάτων
Μετά την επίσκεψη του Υπουργού Άμυνας του Ηνωμένου Βασιλείου στην Κύπρο, στον απόηχο του χτυπήματος στις βάσεις, στη Λευκωσία θα βρεθεί σύμφωνα με πληροφορίες του «Alpha της Κυριακής» και ο Υπουργός Επικρατείας και Ευρωπαϊκών θεμάτων της Αγγλίας Stephen Doughty. Ο Υπουργός αναμένεται να βρεθεί στην Κύπρο προκειμένου να καθησυχάσει για άλλη μια φορά την κυπριακή κυβέρνηση και να διαβεβαιώσει ότι στο μέτρο του δυνατού το Ηνωμένο Βασίλειο θα βρίσκεται σε ανοικτή γραμμή με τη Λευκωσία, σε περίπτωση εμπλοκής της Αγγλίας με οποιοδήποτε τρόπο σε μια αμυντική ή επιθετική ενέργεια. Όχι βεβαίως για να λάβουν την άδεια της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά για να προλάβουν ενδεχόμενη διασάλευση της ασφάλειας των πολιτών.
Διπλωματικές πηγές πάντως αναφέρουν ότι η Βρετανία, παρά τις αξιώσεις της Κύπρου, δεν μπορεί να αποδεχτεί να ενημερώνει μια χώρα όπως η Κύπρος η οποία δεν ανήκει στο ΝΑΤΟ για στρατιωτικά ζητήματα στο έδαφός της, παραπέμποντας στις βάσεις. Άλλωστε ο Κιρ Στάρμερ παρά τις διευκρινήσεις που έδωσε για την χρήση των βάσεων στην Κύπρο προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, δεν διατύπωσε ποτέ ότι θα ενημερώνει από τούδε και στο εξής για τον τρόπο αξιοποίησης των βάσεων σε αμυντικό ή επιθετικό επίπεδο, εκτός και αν αυτό θέτει σε άμεσο κίνδυνο τους κατοίκους της γύρω περιοχής.
O Doughty από την Κύπρο, θα συνομιλήσει επίσης με Βρετανούς αξιωματικούς και εργαζόμενους που βρίσκονται στις βάσεις, σε μια προσπάθεια εμψύχωσης από πλευράς της κυβέρνησης Στάρμερ. Πληροφορίες αναφέρουν ότι δεν έχει κλειδώσει συνάντηση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας αλλά ότι ο υπουργός θα συναντηθεί με κάποιο υπουργό της κυβέρνησης, είτε με τη Μαριλένα Ραουνά, είτε με τον Κωνσταντίνο Κόμπο.
Η επίσκεψη συνδέεται και με την κάθοδο στην Μεσόγειο του πλοίου HMS Dragon, για θωράκιση της Κύπρου και της γύρω περιοχής.
Οι επόμενες κινήσεις της κυβέρνησης
Το προεδρικό εξετάζει τρόπους με τους οποίους ρεαλιστικά και διπλωματικά θα μπορούσε να επαναξιολογήσει το καθεστώς των βάσεων. Όχι απαραίτητα υπό το πρίσμα της κατάργησής τους αλλά με πυξίδα τον εκσυγχρονισμό τους στη βάση του σύγχρονου διεθνούς και συνταγματικού δικαίου. Προτάσσοντας δηλαδή, την ανάγκη η Κυπριακή Δημοκρατία να έχει ρόλο σε αυτά τα 99 τχλμ γης για τα οποία έχει δεσμευτεί από την Συνθήκη Εγκαθίδρυσης του 1960 και αποτελούν κυριολεκτικά κράτος εν κράτει.
Σε αυτά τα εδάφη διαμένουν 10.000 Κύπριοι πολίτες οι οποίοι αναγκάστηκαν να εκκενώσουν τις περιουσίες τους εν μέσω της κρίσης που προκλήθηκε.
Η Κυπριακή Δημοκρατία όπως λένε οι πληροφορίες, δεν θα επικεντρωθεί επι του παρόντος στην ανάγκη αλλαγής του καθεστώτος των βάσεων, κάτι το οποίο θα την έβαζε ενδεχομένως σε ένα λαβύρινθο συζητήσεων, που θα προκαλούσε ίσως μεγαλύτερη δυσπιστία μεταξύ των δύο κρατών.
Μια άλλη επιλογή για την κυβέρνηση θα ήταν η προσφυγή σε διεθνές δικαστήριο, όπως έγινε με τα νησιά Τσάγκος στον Μαυρίκιο, επί των οποίων η κυριαρχία των βρετανών κρίθηκε δικαστικά ως αντινομική για σύγχρονες δημοκρατίες.
Η Κυπριακή Δημοκρατία ωστόσο, δεν εμφανίζεται έτοιμη και ούτε θα ήταν εύκολο να πάρει μια απόφαση για να διεκδικήσει δικαστικά το δίκαιο της απέναντι, όχι σε οποιοδήποτε κράτος, αλλά σε μια εγγυήτρια δύναμή της την οποία χρειάζεται ως σύμμαχο στο κυπριακό και στη διεθνή κοινότητα. Αυτό μπορεί για κάποιους να ερμηνευθεί ως υποχώρηση στο δίκαιο του ισχυρού, αφού η Βρετανία σπάνια εως ποτέ στεκόταν άδολα πλάι στην Κύπρο. Είναι ωστόσο μια πραγματικότητα η οποία αποτελεί μέρος της εξίσωσης.
Από την συναισθηματική φόρτιση στην ηρεμία
Έχει όμως ιδιαίτερη σημασία η δεύτερη ανάγνωση των κινήσεων και των λέξεων του προεδρικού αυτές τις δύο βδομάδες. Η κυβέρνηση το πρώτο 48ωρο της κρίσης είχε εκφράσει δημόσια την δυσαρέσκειά της με το Ηνωμένο Βασίλειο. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο έναρξης συζητήσεων επαναξιολόγησης του καθεστώτος των βάσεων, ενώ ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε προσωπικά απογοητευτεί και εκφράσει την δυσαρέσκειά του στον Βρετανό Πρωθυπουργό. Λίγα εικοσιτετράωρα μετά ωστόσο, το θέμα για την κυβέρνηση έμοιαζε να θεωρείται λήξαν. Αυτό τουλάχιστον διέρρεαν πηγές στο στενό περιβάλλον του προεδρικού. Ο λόγος ήταν γιατί επικρατούσε η άποψη ότι θα ήταν πιο ορθολογιστικό να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στους Βρετανούς μετά τις διαβεβαιώσεις που έδωσαν για μη αξιοποίηση των βάσεων στην Κύπρο για πολεμικούς σκοπούς.
Το τηλεφώνημα μεταξύ Κιρ Στάρμερ και Νίκου Χριστοδουλίδη τρία εικοσιτετράωρα μετά το χτύπημα στις βάσεις θεωρήθηκε ως ξεκαθάρισμα, με τον ίδιο τον Βρετανό Πρωθυπουργό να κάνει λόγο σύμφωνα με πληροφορίες για παρερμηνεία των δηλώσεών του, με τις οποίες άνοιγε την πόρτα στους Αμερικανούς για αξιοποίηση των βάσεων γενικόλογα.
Μετά την τηλεφωνική αυτή επικοινωνία το προεδρικό στρογγύλεψε την αρχικά αυστηρή προσέγγιση του, αποφεύγοντας δηλώσεις που θα μπορούσαν να διαιωνίζουν την καλλιέργεια δυσπιστίας από πλευράς της Λευκωσίας προς το Λονδίνο.
Η στάση της κυβέρνησης τις πρώτες μέρες της κρίσης εμπεριείχε έντονα στοιχεία συναισθηματισμού αλλά και τακτικισμού ταυτόχρονα, ιδιαίτερα όταν αντιλήφθηκε ότι οι δηλώσεις περι επαναξιολόγησης του καθεστώτος των βάσεων αλλά και η ενόχληση από την downing street, ήταν μια καλή επικοινωνιακή τακτική, υπό την άποψη ότι ήταν ένα όπλο για να δείξει και στην κοινωνία και ιδιαίτερα στους κατοίκους των βάσεων, αλλά και διεθνώς ότι βρέθηκε μπλεγμένη σε μια κρίση λόγω της ύπαρξης ενός αποικιακού καθεστώτος, το οποίο είναι αδύνατον νομικά να ελέγξει.
Με την ενόχλησή της διαχώριζε ταυτόχρονα τη θέση της από τη στάση των Βρετανών σε αυτή την σύρραξη, διαμηνύοντας ότι η Κύπρος πλήρωσε και πληρώνει το τίμημα λόγω του νομικού καθεστώτος των βρετανικών βάσεων και της αντιφατικής στάσης που τήρησε ο βρετανός Πρωθυπουργός.
Αν αφήνετο να νοηθεί ότι η Κύπρος εμπλέκετο με καθ’ οιανδήποτε τρόπο στην κρίση, τότε αυτό θα καλλιεργούσε ενδεχομένως τη δυσπιστία ακόμα και της διεθνούς κοινότητας απέναντί της, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που προεδρεύει του Συμβουλίου της Ε.Ε.
Καλά ενημερωμένες πηγές αναφέρουν ότι το θέμα στην πραγματικότητα δεν θεωρείται λήξαν και ότι η δυσφορία στον λόφο εξακολουθεί να επικρατεί. Το προεδρικό αυτή τη στιγμή επιδιώκει όχι να καταργήσει τις βάσεις, κάτι που θα έβαζε τη χώρα μας σε ένα λαβύρινθο συζητήσεων για ανατροπή μιας διεθνούς συμφωνίας, αλλά να επαναδιαπραγματευτεί μέρος του καθεστώτος τους.
Γίνεται λόγος για επαναδιαπραγμάτευση των όρων της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης του 1960 και των όσων ακολούθησαν στην πορεία, ώστε οι βάσεις να μην αντιμετωπίζονται ως ένα σύνορο στο οποίο οι πολίτες και εργαζόμενοι κυπριακής καταγωγής παραμένουν απροστάτευτοι μπροστά σε μια ενδεχόμενη απειλή.
Ήδη στα αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα μεταξύ Λευκωσίας και Λονδίνου που ακολούθησαν του κτυπήματος σύμφωνα με διπλωματικές πηγές κατέστη σαφές ότι οι βάσεις αν και αποτελούν βρετανικό έδαφος, δεν θεωρούνται κυρίαρχες, όπως τα κράτη. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να δοθεί λευκή επιταγή για τα όσα γίνονται στο έδαφός τους.
Στην παρούσα φάση υπάρχουν μια σειρά από συμφωνίες μεταξύ των βάσεων και της δημοκρατίας για το πως η κυπριακή κυβέρνηση μπορεί να ασκεί εξουσίες στις βάσεις, ωστόσο δεν είναι σε τόσο προχωρημένο βαθμό όσο η Λευκωσία πλέον επιδιώκει. Για παράδειγμα, για να γίνει είσπραξη των φόρων στις βάσεις από το κυπριακό κράτος απαιτείται άδεια του διοικητή των βάσεων. Το 2014 επιτράπηκε η οικονομική ανάπτυξη της γης στις βάσεις από Κύπριους, μετά από πιέσεις. Πάνω σε αυτά τα θεμέλια πολύ πιθανόν να χτίσει και η Κυπριακή Δημοκρατία όταν η κρίση εκτονωθεί και θα μπορεί πλέον να ασχοληθεί καθαρά με το καθεστώς των Βρετανικών βάσεων στην Κύπρο. Επί του παρόντος όπως λένε πληροφορίες δεν θα εγερθεί κάποιο θέμα προς διαπραγμάτευση.
Διπλωματικές πηγές πάντως που πρόσκεινται στην κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εξέφρασαν την άποψη ότι το καθεστώς των βρετανικών βάσεων δεν μπορεί να επαναξιολογηθεί ολιστικά πριν την λύση του κυπριακού προβλήματος. Διατυπώθηκε μάλιστα επανειλημμένα η θέση των Βρετανών διαχρονικά προς τις κυπριακές κυβερνήσεις, ότι η παρουσία τους στην Κύπρο μέσω των βάσεων, ενισχύει και εγγυάται την ασφάλεια του νησιού.