Εκθέτει τη χώρα του, το ξέρει – και δεν τον νοιάζει
Πώς μπορεί μια χώρα να εξοργίσει την διεθνή κοινότητα με ένα βίντεο διάρκειας μόλις δέκα δευτερολέπτων, το οποίο μάλιστα ανεβάζει στο ίντερνετ υπουργός της κυβέρνησής της; Ο πιο κατάλληλος να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα δεν είναι άλλος από τον ισραηλινό Υπουργό Εθνικής Ασφαλείας, Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ. Το έκανε στο παρελθόν. Το έκανε ξανά το βράδυ της Τετάρτης (20/5), όταν έδωσε την εντολή να μεταφερθούν δεμένοι οπισθάγκωνα δεκάδες άοπλοι ακτιβιστές του Global Sumud Flotilla, όλοι ξένοι υπήκοοι από 45 χώρες, να συγκεντρωθούν γονατισμένοι, με τα κεφάλια στο πάτωμα, υπό τον ήχο του ισραηλινού εθνικού ύμνου στα μεγάφωνα και με τον ίδιο να κυματίζει μια ισραηλινή σημαία φωνάζοντας ότι «τώρα εμείς είμαστε εδώ τα αφεντικά». Εθνικιστική μισαλλοδοξία στο έπακρον.
Είναι δυνατόν να μην αντιλαμβάνεται ότι αυτές οι άθλιες εικόνες θα προκαλούσαν σφοδρές διεθνείς αντιδράσεις; Η απάντηση είναι απλή:
Το ξέρει πολύ καλά – αλλά δεν τον ενδιαφέρει.
Απόλυτα συνειδητοποιημένος
Πρόκειται για μία απόλυτα συνειδητοποιημένη επικοινωνιακή τακτική, που ο Μπεν-Γκβιρ ακολουθεί κατά γράμμα επί σειρά ετών. Δεν είναι η πρώτη φορά που επενδύει σε τέτοιες εικόνες, με πρωταγωνιστή τον ίδιον. Παρόμοιο βίντεο είχε αναρτήσει όταν μεταφέρθηκαν στο Ισραήλ ακτιβιστές προηγούμενων στολίσκων. Αλλά και σε καθαρά εγχώριο επίπεδο, πριν μήνες πρωταγωνίστησε και πάλι ο ίδιος εκστομίζοντας υποτιμητικές εκφράσεις απευθυνόμενος σε Άραβες κατοίκους της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, την ώρα που οι τεχνικές υπηρεσίες του Δήμου ετοιμάζονταν να κατεδαφίσουν το σπίτι τους λόγω πολεοδομικών παραβάσεων, όπως είχε ανακοινωθεί επίσημα. Η αγοραία του, οργισμένη, προσβλητική γλώσσα εντός και εκτός κοινοβουλίου είναι σύνηθες φαινόμενο. Πρόκληση για την πρόκληση – και φυσικά όλα θα πρέπει να γίνουν μπροστά από μία κάμερα.
Η αλήθεια είναι ότι ο Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ δεν φοβάται κανέναν. Γνωρίζει ότι ο ίδιος, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν θα εκλεγεί Πρωθυπουργός. Το ακροδεξιό εθνοθρησκευτικό του κόμμα «Εβραϊκή Ισχύς» είναι μέτριας κοινοβουλευτικής δυναμικότητας 6 έως 9 εδρών. Γνωρίζει ότι εντελώς συγκυριακά βρέθηκε στο σαλόνι της εξουσίας, επειδή, προτού ξεσπάσει ο πόλεμος της 7ης Οκτωβρίου, χωρίς τη συμμετοχή και της δικής του παράταξης, ο μόνιμος νικητής των αλλεπάλληλων εκλογικών αναμετρήσεων, Βενιαμίν Νετανιάχου, δεν θα μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση. Ήταν τότε που καμία κεντροδεξιά πολιτική δύναμη δεν δεχόταν να συγκατοικήσει με έναν Πρωθυπουργό υπόδικο, με αποτέλεσμα το σωσίβιο πολιτικής σωτηρίας να βρίσκεται στα ακροδεξιά χέρια του Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ και του ομοϊδεάτη του, Μπετσαλέλ Σμότριτς. Όταν μάλιστα ξέσπασε ο πόλεμος, η παραμονή και των δύο ακροδεξιών κομμάτων στην κυβέρνηση έγινε ακόμα περισσότερο απαραίτητη. Η παρουσία στο κυβερνητικό σχήμα ήταν αρκετή. Ο Μπεν-Γκβιρ δεν βαρύνεται με κάποιον ιδιαίτερο ρόλο υψηλής ευθύνης ως προς την διαχείριση του πολέμου. Εάν όμως κάτι πράττει επισταμένως είναι να παρακολουθεί προσεκτικά την πορεία των κυλιόμενων δημοσκοπήσεων.
Ομοϊδεάτες, αλλά πολιτικοί αντίπαλοι
Η μεγαλύτερη ανησυχία του Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ είναι το αντίπαλο δέος που βρίσκεται στον εθνοθρησκευτικό ιδεολογικό χώρο της ισραηλινής ακροδεξιάς και ονομάζεται Μπετσαλέλ Σμότριτς, νυν Υπουργός Οικονομικών και ηγέτης του κόμματος «Θρησκευτικός Σιωνισμός».
Σμότριτς και Μπεν-Γκβιρ ταυτίζονται ιδεολογικά σε όλα. Αντιτίθενται στην λύση των δύο κρατών και στηρίζουν την πλήρη προσάρτηση της Δυτικής Όχθης και της Γάζας. Σε επικοινωνιακό επίπεδο, όμως, διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους. Η ιδιοσυγκρασία του Σμότριτς δείχνει σχετικά ηπιότερη κατά τις δημόσιες τοποθετήσεις του. Πέραν αυτού, όταν καλείται να διαχειριστεί την δραματική αύξηση του κόστους ζωής εν μέσω πολέμου, είναι μοιραίο ο Σμότριτς να μην θεωρείται ιδιαίτερα δημοφιλής. Αντιθέτως, ο Μπεν-Γκβιρ, αναλαμβάνοντας το Υπουργείο Εθνικής Ασφαλείας, έχει καταστεί πολιτικός προϊστάμενος της αστυνομίας και της συνοριοφυλακής – καθήκοντα σαφώς «πιο ταιριαστά» στο γενικότερο πολεμικό κλίμα.
Ό,τι πουν οι δημοσκοπήσεις
Αφότου οι Μπεν-Γκβιρ και Σμότριτς υπουργοποιήθηκαν, παρατηρείται το εξής φαινόμενο. Κάθε φορά που ο Σμότριτς εξαγγέλλει κάποια μελλοντική φορολογική ελάφρυνση ή εκφράζεται δημόσια υπέρ της προσάρτησης της Δυτικής Όχθης ή υπέρ μίας αυστηρότερης πολιτικής έναντι της Παλαιστινιακής Αρχής, τότε εκδηλώνεται η αγωνία του Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ μήπως αυξηθούν τα δημοσκοπικά ποσοστά του πολιτικού του αντίπαλου και ομοϊδεάτη του. Ο Μπεν-Γκβιρ, προκειμένου να προλάβει την επόμενη δημοσκόπηση που θα τον δείχνει ίσως ‘χαμένο’ έναντι του Σμότριτς, εκμεταλλεύεται την πρώτη ευκαιρία για να προβεί σε κάποια ακραία δήλωση, να μεταβεί στον προαύλιο χώρο του Τεμένους Αλ-Άκσα την πλέον ακατάλληλη συγκυρία, να πάει σε κάποια από τις φυλακές υψίστης ασφαλείας και να βιντεοσκοπήσει τον εαυτό του φωνάζοντας σε Άραβες κρατούμενους και γενικώς, πάντα θα βρει την ευκαιρία να κραυγάσει την πιο ακατάλληλη στιγμή και στον πιο ακατάλληλο χώρο. Η συγκεκριμένη τακτική έχει αποδειχθεί επωφελής για τον Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ και την «Εβραϊκή Ισχύ» του, καθότι, κάθε φορά μετά από ένα τέτοιο επεισόδιο που θα προκαλέσει, τα δημοσκοπικά του ποσοστά διατηρούνται και μερικές φορές δείχνουν να αυξάνονται. Αντιθέτως, ο Μπετσαλέλ Σμότρις, όσο και να προσπαθεί να αναδείξει επικοινωνιακά τον εαυτό του, εδώ και ένα οκτάμηνο όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως το κόμμα του θα παραμείνει εκτός κοινοβουλίου στις επικείμενες εκλογές.
Πλησιάζουν εκλογές
Ήδη από τα τέλη της περασμένης εβδομάδας βρίσκονται σε εξέλιξη οι διαδικασίες πρόωρης διάλυσης της Κνέσετ προκειμένου η χώρα να προσφύγει στις κάλπες, πιθανότατα τον Σεπτέμβριο. Και όσο παράλογο κι αν ακούγεται, οι απαράδεκτες εικόνες που σκηνοθέτησε ο Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ, με τους δεμένους ακτιβιστές, σκυμμένους με το κεφάλι στο πάτωμα υπό τους ήχους του ισραηλινού εθνικού ύμνου, για εκείνον δεν ήταν τίποτε περισσότερο από την επίσημη έναρξη της προεκλογικής του καμπάνιας – με κύριο αντίπαλο τον Μπετσαλέλ Σμότριτς, με τον οποίον μοιράζονται την ίδια ακροδεξιά εθνοτικοθρησκευτική δεξαμενή ψηφοφόρων.
Και ενώ δικαίως οι διαμαρτυρίες κατά του Ισραήλ θα φουντώνουν ανά τον κόσμο, ο Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ από την πλευρά θα συνεχίσει να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: Να μετρά τα ποσοστά των δημοσκοπήσεων, μέχρι να βρει μια ακόμα ευκαιρία να βιντεοσκοπηθεί κραυγάζοντας κάπου αλλού, ώσπου τελικά να έρθει η ώρα της κάλπης.