ALPHA της Κυριακής
Πώς το «country risk», οδήγησε από το ιστορικό υψηλό στην αβεβαιότητα
Το ότι η Κύπρος διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες τουρισμού, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι είναι δεδομένο. Δυστυχώς όμως κατά τους τελευταίους μήνες, αυτό που φαίνεται, είναι πως ο κυπριακός είναι αρκετά ευάλωτος σε εξωτερικούς παράγοντες.
Από τα πιο πρόσφατα γεγονότα Μαρτίου και τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, μέχρι και τις τουριστικές απώλειες των προηγούμενων χρόνων (πανδημία, ρωσική εισβολή την Ουκρανία, οικονομική κρίση κλπ), ο τουρισμός της Κύπρου ναι μεν στέκει δυνατός, αλλά από την άλλη πληγώνεται συνεχώς.
Το κενό
Μιλώντας στον «Alpha της Κυριακής» ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Ταξιδιωτικών και Τουριστικών Πρακτόρων Κύπρου (ACTA), Χάρης Παπαχαραλάμπους, έκανε λόγο για μια ιδιαίτερα δύσκολη τουριστική χρονιά, σκιαγραφώντας παράλληλα τις προκλήσεις αλλά και τις αλλαγές στη συμπεριφορά των ξένων επισκεπτών.
Σύμφωνα με τον Πρόεδρο του ACTA, η απώλεια από τη Μέση Ανατολή έχει ήδη δημιουργήσει ένα σημαντικό κενό στην αγορά. Αναμφίβολα η τουριστική περίοδος θα ολοκληρωθεί, ωστόσο οι απώλειες για την κυπριακή οικονομία αναμένεται να αφήσουν ένα κενό.
Όπως εξήγησε, οι απώλειες δεν μπορούν να αυτή τη στιγμή να υπολογιστούν αριθμητικά, παρόλα αυτά αναμένεται να έχουν αρνητική επίδραση στα έσοδα του κράτους. Δηλαδή, απώλειες δισεκατομμυρίων ευρώ.
Στα μέλη του Συνδέσμου, οι υποθέσεις και τα σενάρια δίνουν και παίρνουν, χωρίς να υπάρχει μια ασφαλής πρόβλεψη για το ποιο σενάριο θα επικρατήσει. Το μόνο σίγουρο μέχρι στιγμής, είναι ότι δεν πλησιάζουμε τα τουριστικά ρεκόρ των προηγούμενών ετών. Είτε αυτά είναι αφίξεων, είτε εσόδων,.
Στη ζώνη της επικινδυνότητας
Η ρευστότητα της κατάστασης έχει αλλάξει άρδην και τον τρόπο με τον οποίο γίνονται πλέον οι κρατήσεις, με την Κύπρο να έρχεται αντιμέτωπη με το λεγόμενο «country risk» λόγω της εγγύτητάς της με την εμπόλεμη ζώνη.
«Οι τάσεις είναι στις κρατήσεις της τελευταίας στιγμής πλέον για την Κύπρο, ξεκάθαρα. Όλα μένουν την τελευταία στιγμή» επισημαίνει ο Πρόεδρος του ACTA. Εξηγεί, μάλιστα, ότι εκεί που ο μέσος όρος προγραμματισμού για άλλες μεσογειακές χώρες είναι 10 με 12 εβδομάδες, για την Κύπρο έχει περιοριστεί στις 4 με 7 εβδομάδες.
Παράλληλα, ο κ. Παπαχαραλάμπους υπογραμμίζει ότι οι ακυρώσεις πτήσεων και προγραμμάτων από αεροπορικές εταιρείες δύσκολα θα αναπληρωθούν πλήρως, ενώ οι ακυρώσεις κρατήσεων συνεχίζονται, αν και με μειούμενη τάση.
Στον αντίποδα, ο εξερχόμενος τουρισμός των Κυπρίων προς το εξωτερικό φαίνεται να επηρεάζεται πολύ λιγότερο, με τους παραδοσιακούς προορισμούς να διατηρούν τη δυναμική τους.
Κλείνοντας, ο Πρόεδρος του ACTA στέλνει μήνυμα ψυχραιμίας και εγρήγορσης, τονίζοντας τη σημασία της σωστής διαχείρισης της κρίσης τόσο από τον δημόσιο όσο και από τον ιδιωτικό τομέα.
«Κανένας δεν πιστεύει ότι η Κύπρος έχει περισσότερο ρίσκο από ό,τι έχει κάποια άλλη ευρωπαϊκή χώρα» καταλήγει, προσθέτοντας ότι «θα είναι μια δύσκολη χρονιά και στο τέλος θα κάνουμε τη σούμα».
«Χαμένη» η κρίσιμη περίοδος
Τις ίδιες ανησυχίες εκφράζουν και οι ξενοδόχοι, κυρίως για τις κρατήσεις. Μιλώντας στο MoneyTalks, ο Γενικός Διευθυντής του ΠΑΣΥΞΕ, Χρίστος Αγγελίδης, επιβεβαίωσε πως η Κύπρος έχει ήδη υποστεί σοβαρό πλήγμα για τη φετινή σεζόν. Ο κ. Αγγελίδης ανέφερε πως η κρίσιμη περίοδος του Μαρτίου και του Απριλίου, κατά την οποία παραδοσιακά πραγματοποιείται ο μεγάλος όγκος των μαζικών κρατήσεων για το καλοκαίρι, «έχει χαθεί» λόγω των γεωπολιτικών αναταράξεων. Παρά το γεγονός ότι οι ακυρώσεις έχουν πλέον περιοριστεί, οι νέες κρατήσεις κινούνται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα από τα αναμενόμενα και δεν επαρκούν για να καλύψουν το χαμένο έδαφος, καθιστώντας ανέφικτο τον στόχο να προσεγγιστούν οι περσινές επιδόσεις.
Ο Γενικός Διευθυντής του ΠΑΣΥΞΕ εστιάζει ιδιαίτερα στο πλήγμα που έχει δεχθεί η φήμη της Κύπρου στο εξωτερικό, υπογραμμίζοντας πως «έχει εδραιωθεί δυστυχώς, και δεν καταφέραμε να αποβάλλουμε, την εικόνα του μη ασφαλούς προορισμού».
Πρόκειται για μια στρεβλή εντύπωση η οποία, όπως εξηγεί, διογκώθηκε από τη μη ικανοποιητική διαχείριση της πληροφόρησης στα διεθνή ΜΜΕ και τα κοινωνικά δίκτυα μετά από μεμονωμένα περιστατικά στην περιοχή. Ο κ. Αγγελίδης προειδοποιεί πως ακόμη και αν ο πόλεμος τερματιστεί άμεσα, η αρνητική αυτή σκιά θα ακολουθήσει το νησί καθ’ όλη τη διάρκεια της σεζόν, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη για γενναία κρατική επένδυση στη διαφήμιση και σε στοχευμένες φιλοξενίες ξένων πρακτόρων και δημοσιογράφων.
Στο ίδιο μήκος κύματος με τον ACTA, ο κ. Αγγελίδης καταγράφει τη στροφή των Ευρωπαίων τουριστών προς τις κρατήσεις της τελευταίας στιγμής.
Πηγαίναμε για ρεκόρ;
Και για τους λάτρεις των αριθμών, η Στατιστική Υπηρεσία, εξέδωσε πρόσφατα τους αριθμούς για το 2025 στον τουρισμού, που σε άλλη περίπτωση θα ήταν από τα πιο αισιόδοξα μηνύματα για την εξέλιξη και του 2026.
Συγκεκριμένα, το 2025 αποτέλεσε έτος-σταθμό για την τουριστική βιομηχανία της Κύπρου, με τις αφίξεις τουριστών να σημειώνουν εντυπωσιακή αύξηση 12,2% και να αγγίζουν τις 4.534.073 (έναντι 4.040.200 το 2024). Η συνολική κίνηση ταξιδιωτών (αφίξεις) ανήλθε στις 7.102.208 (+13%), με την αεροπορική κίνηση να κυριαρχεί απόλυτα καλύπτοντας το 96,8% των μετακινήσεων. Κύρια πηγή τουρισμού παρέμεινε το Ηνωμένο Βασίλειο (31,8%), ακολουθούμενο από το Ισραήλ (13%) και την Πολωνία (8,2%), με τη συντριπτική πλειονότητα των επισκεπτών (79,8%) να επιλέγει το νησί για διακοπές. Η εξαιρετική αυτή πορεία μεταφράστηκε σε θεαματική άνοδο των τουριστικών εσόδων κατά 15,2%, τα οποία άγγιξαν τα €3.696,1 εκατομμύρια, με τη μέση κατά κεφαλή δαπάνη να διαμορφώνεται στα €815,16 (κορυφώθηκε τον Αύγουστο με €966,41).
Παράλληλα, σημαντική αύξηση της τάξης του 11,9% κατέγραψαν και τα ταξίδια των κατοίκων Κύπρου στο εξωτερικό, φτάνοντας τα 1.963.593 το 2025. Πρώτος και με διαφορά προορισμός για τους Κύπριους ταξιδιώτες αναδείχθηκε η Ελλάδα με ποσοστό 32,6%, ενώ ακολούθησαν το Ηνωμένο Βασίλειο (8,9%) και η Ιταλία (5,5%). Ο Αύγουστος ήταν ο δημοφιλέστερος μήνας για τις αποδράσεις των κατοίκων του νησιού και ο Φεβρουάριος ο μήνας με τη χαμηλότερη κίνηση. Όσον αφορά τον σκοπό των ταξιδιών τους, το 73,1% δήλωσε πως ταξίδεψε για λόγους αναψυχής, το 20,5% για επαγγελματικούς σκοπούς και το 5,3% για σπουδές.