weather widget icon
20.8 °C
ΚΥΡΙΑΚΗ
14.06.2026 10:46
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
ΑΠΟ  ΝΙΚΟΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

ΑΠΟ ΝΙΚΟΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

Το μεγάλο τίμημα που έχει η μετατροπή της υγιούς αντιπαλότητες σε πόλεμο, για τον αθλητισμό

Ο αθλητισμός γεννήθηκε για να ενώνει. Για να προσφέρει συγκινήσεις, πρότυπα, στιγμές υπέρβασης και κοινές εμπειρίες που ξεπερνούν σύνορα, κοινωνικές τάξεις και ιδεολογίες. Κι όμως, συχνά μοιάζει να απομακρύνεται από αυτή την αποστολή. Οι πρόσφατες αντιπαραθέσεις ανάμεσα στους ισχυρούς παράγοντες του ελληνικού μπάσκετ με αφορμή του τελικούς της GBL ανάμεσα σε Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό, οι αλλεπάλληλες ανακοινώσεις, οι δημόσιες καταγγελίες και ο αδιάκοπος «πόλεμος» δηλώσεων επαναφέρουν ένα διαχρονικό ερώτημα: πότε η υγιής αντιπαλότητα μετατρέπεται σε τοξικότητα και ποιο είναι το τίμημα για τον ίδιο τον αθλητισμό;

Η αντιπαλότητα αποτελεί βασικό συστατικό κάθε αθλήματος. Χωρίς αυτήν, δεν θα υπήρχε η ένταση, το πάθος και η προσμονή που κάνουν έναν αγώνα ξεχωριστό. Οι μεγάλες κόντρες είναι μέρος της ιστορίας του αθλητισμού και συχνά λειτουργούν ως κινητήρια δύναμη για αθλητές και φιλάθλους. Υπάρχει όμως μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στον ανταγωνισμό και την εχθρότητα. Όταν η συζήτηση μεταφέρεται από το παρκέ ή το γήπεδο στα χαρακώματα των ανακοινώσεων, όταν οι διαφωνίες αποκτούν προσωπικό χαρακτήρα και όταν η δημόσια αντιπαράθεση παρουσιάζεται ως υπαρξιακή μάχη, τότε το άθλημα παύει να είναι ο πρωταγωνιστής.

Advertisement

Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι οι ίδιες οι δηλώσεις. Είναι το κλίμα που δημιουργούν. Σε μια εποχή όπου κάθε τοποθέτηση αναπαράγεται μέσα σε δευτερόλεπτα από τηλεοπτικά πάνελ, ιστοσελίδες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η ένταση πολλαπλασιάζεται. Οι οπαδοί βομβαρδίζονται καθημερινά με αφηγήματα αδικίας, συνωμοσίας και εχθρότητας. Ο αντίπαλος δεν παρουσιάζεται ως ένας αθλητικός ανταγωνιστής αλλά ως ένας εχθρός που πρέπει να ηττηθεί με κάθε κόστος.

Σε αυτό το περιβάλλον, η βία δεν γεννιέται ξαφνικά. Καλλιεργείται σταδιακά. Οι περισσότεροι φίλαθλοι δεν πρόκειται ποτέ να εμπλακούν σε επεισόδια. Ωστόσο, όταν το δημόσιο λεξιλόγιο γεμίζει με υπαινιγμούς, επιθέσεις και ακραίες εκφράσεις, δημιουργείται ένα υπόβαθρο που νομιμοποιεί τις πιο ακραίες συμπεριφορές μιας μικρής μειοψηφίας. Οι λέξεις δεν είναι ποτέ αθώες. Διαμορφώνουν αντιλήψεις, ενισχύουν στερεότυπα και επηρεάζουν τη συμπεριφορά.

Παράλληλα, η συνεχής τοξικότητα απομακρύνει από τα γήπεδα εκείνους που ο αθλητισμός έχει μεγαλύτερη ανάγκη: τις οικογένειες, τα παιδιά και τους ουδέτερους φιλάθλους. Όταν η επικαιρότητα περιστρέφεται περισσότερο γύρω από εξωαγωνιστικές συγκρούσεις παρά γύρω από τις επιδόσεις των αθλητών, το προϊόν υποβαθμίζεται. Οι πρωταγωνιστές δεν είναι πλέον οι παίκτες και οι προπονητές, αλλά οι αντιπαραθέσεις των διοικήσεων. Και τότε χάνεται η ουσία.

Advertisement

Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτό το φαινόμενο; Η απάντηση δεν είναι απλή, ούτε μπορεί να περιοριστεί σε ένα μέτρο ή σε μία απόφαση. Απαιτείται μια συνολική αλλαγή κουλτούρας.

Πρώτα απ’ όλα, οι ίδιοι οι παράγοντες οφείλουν να αναγνωρίσουν τη βαρύτητα των λόγων τους. Όταν κάποιος βρίσκεται στην κορυφή ενός μεγάλου συλλόγου, δεν εκπροσωπεί μόνο τον εαυτό του. Εκπροσωπεί χιλιάδες φιλάθλους. Κάθε δημόσια τοποθέτηση λειτουργεί ως μήνυμα προς αυτούς. Η σκληρή κριτική είναι θεμιτή. Οι προσωπικές επιθέσεις, η πολεμική ρητορική και η διαρκής καλλιέργεια κλίματος σύγκρουσης δεν προσφέρουν τίποτα.

Advertisement

Εξίσου σημαντικός είναι ο ρόλος των θεσμών. Οι διοργανώτριες αρχές και οι ομοσπονδίες οφείλουν να εφαρμόζουν κανόνες που να προστατεύουν το κύρος των διοργανώσεων. Οι ποινές για ακραίες συμπεριφορές πρέπει να είναι σαφείς, σταθερές και ανεξάρτητες από το ποιος βρίσκεται απέναντι. Η επιλεκτική εφαρμογή των κανονισμών ενισχύει την καχυποψία και τροφοδοτεί νέους κύκλους αντιπαράθεσης.

Μεγάλη ευθύνη φέρουν και τα μέσα ενημέρωσης. Η ένταση πουλάει. Οι συγκρούσεις φέρνουν τηλεθέαση και επισκεψιμότητα. Όμως η συνεχής αναπαραγωγή κάθε ακραίας δήλωσης χωρίς φίλτρο μετατρέπει τον δημόσιο διάλογο σε αρένα. Η δημοσιογραφία οφείλει να ενημερώνει, όχι να λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της τοξικότητας.

Τέλος, υπάρχει και η ευθύνη των ίδιων των φιλάθλων. Ο σύγχρονος αθλητισμός χρειάζεται υποστηρικτές και όχι στρατιώτες. Η αγάπη για μια ομάδα δεν απαιτεί το μίσος για την άλλη. Μπορεί κανείς να πανηγυρίζει με πάθος τις νίκες και να πονά στις ήττες, χωρίς να αντιμετωπίζει τον αντίπαλο ως εχθρό. Άλλωστε, η αξία της νίκης προκύπτει από τον σεβασμό προς εκείνον που ηττήθηκε.

Advertisement

Ο αθλητισμός δεν θα απαλλαγεί ποτέ από τις εντάσεις. Ούτε πρέπει. Το πάθος είναι αναπόσπαστο κομμάτι της γοητείας του. Εκείνο που χρειάζεται είναι να θυμηθούμε τη διαφορά ανάμεσα στο πάθος και τον φανατισμό. Το πρώτο χτίζει ιστορίες και δημιουργεί αναμνήσεις. Το δεύτερο γκρεμίζει γέφυρες και διχάζει ανθρώπους.

Και στην Κύπρο, κατά καιρούς, η αθλητική αντιπαράθεση έχει ξεφύγει από τα όρια του υγιούς ανταγωνισμού, με δημόσιες συγκρούσεις παραγόντων, έντονες ανακοινώσεις και κλίμα καχυποψίας ανάμεσα σε συλλόγους και φιλάθλους. Παρότι οι συνθήκες διαφέρουν, το βασικό πρόβλημα παραμένει κοινό: όταν ο αθλητισμός χρησιμοποιείται ως πεδίο σύγκρουσης και όχι ως χώρος άμιλλας, το τίμημα το πληρώνουν οι ίδιοι οι φίλαθλοι και ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές. Ελλάδα και Κύπρος έχουν κοινή αθλητική κουλτούρα, κοινά πάθη και κοινές προκλήσεις. Γι’ αυτό και η προσπάθεια για περισσότερο σεβασμό, ψυχραιμία και υπευθυνότητα στον δημόσιο λόγο αποτελεί κοινή υποχρέωση.