Οι ισχυροί επιχειρούν να ξαναγράψουν τους κανόνες του ποδοσφαίρου
Το ποδόσφαιρο συχνά παρουσιάζεται ως η μεγάλη παγκόσμια γλώσσα που ενώνει λαούς, κοινωνίες και πολιτισμούς πέρα από σύνορα. Όμως, όσο μεγαλύτερη γίνεται η επιρροή του, τόσο περισσότερο μετατρέπεται και σε πεδίο πολιτικής, οικονομικής και γεωστρατηγικής παρέμβασης. Το υποθετικό –αλλά αποκαλυπτικό– σενάριο σύμφωνα με το οποίο υψηλόβαθμος απεσταλμένος του Ντόναλντ Τραμπ ( τον οποίο ο πρόεδρος της FIFA Tζιάνι Ινφαντίνο αποθέωνει όπου σταθεί και όπου βρεθεί) ζήτησε από τη FIFA να αντικαταστήσει το Ιράν με την Ιταλία στο επερχόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο δε θα ήταν απλώς μια αθλητική είδηση. Θα αποτελούσε σημείο καμπής για το ίδιο το νόημα της αθλητικής δικαιοσύνης. Ακόμη και ως πολιτικό αφήγημα, μια τέτοια ιδέα φέρνει στο προσκήνιο ένα βαθύτερο ερώτημα: μέχρι πού μπορεί να φτάσει η εξουσία όταν θεωρεί ότι μπορεί να παρεμβαίνει όχι μόνο στη διπλωματία αλλά και στους κανόνες του αθλητισμού;
Ποδόσφαιρο, διπλωματία και προσωπικές σχέσεις
Η σύνδεση μιας τέτοιας κίνησης με προσπάθεια αποκατάστασης σχέσεων με την Τζόρτζια Μελόνι, ειδικά μετά από διπλωματικές ή θρησκευτικές εντάσεις που σχετίζονται με δηλώσεις του Ντόναλντ Τράμπ για τον Πάπα, αναδεικνύει τη λογική της πολιτικής συναλλαγής: η διεθνής πολιτική ως πεδίο ανταλλαγμάτων, ακόμη και μέσα από το ποδόσφαιρο.Αν το ποδόσφαιρο χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο “γεωπολιτικού δώρου”, τότε η έννοια της πρόκρισης, της αξιοκρατίας και της αγωνιστικής δικαιοσύνης υπονομεύεται. Η ιδέα ότι μια εθνική ομάδα μπορεί να χάσει τη θέση της όχι λόγω αγωνιστικής αποτυχίας ή θεσμικής παραβίασης, αλλά επειδή πολιτικά συμφέρει κάποιους ισχυρούς, αγγίζει τα όρια της αλαζονείας εξουσίας.
Το προηγούμενο της Inter Miami και ο Μέσι
Οι επικριτές τέτοιων σεναρίων συχνά θυμίζουν πως η FIFA έχει ήδη δεχθεί κατηγορίες για ευελιξία όταν πρόκειται για εμπορικά συμφέροντα. Πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων, η επιλογή να δοθεί θέση στην Inter Miami –την ομάδα που συνδέθηκε εμπορικά με την παρουσία του Λιονέλ Μέσι– θεωρήθηκε από πολλούς ως ένδειξη ότι η εμπορικότητα μπορεί να λυγίσει παραδοσιακές αγωνιστικές αρχές.Ανεξάρτητα από τις επίσημες αιτιολογίες, η εικόνα που μένει είναι πως όταν το ποδόσφαιρο μετατρέπεται σε προϊόν παγκόσμιας κατανάλωσης, οι θεσμοί κινδυνεύουν να λειτουργήσουν όχι μόνο ως ρυθμιστές, αλλά και ως ”χούντα” διαμόρφωσης θεάματος.Και όταν ανοίγει αυτή η πόρτα, η πολιτική εξουσία συχνά επιχειρεί να περάσει από μέσα.
Οι πραγματικές περιπτώσεις αντικατάστασης εθνικών ομάδων
Η ιστορία δείχνει ότι αντικαταστάσεις εθνικών ομάδων έχουν υπάρξει, αλλά σχεδόν πάντοτε σε συνθήκες εξαιρετικής κρίσης.
Γιουγκοσλαβία – Euro 1992
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση. Παρά την πρόκριση, αποκλείστηκε λόγω πολέμου και διεθνών κυρώσεων του ΟΗΕ. Τη θέση της πήρε η Δανία, που τελικά κατέκτησε το τρόπαιο.Λόγος :Πόλεμος και διεθνείς κυρώσεις.
Νότια Αφρική (εποχή απαρτχάιντ)
Ο αποκλεισμός της χώρας από διεθνείς διοργανώσεις ήταν αποτέλεσμα παγκόσμιας πολιτικής απομόνωσης.Λόγος: Θεσμικός ρατσισμός / διεθνείς κυρώσεις.
COVID-19 σε διοργανώσεις νέων και περιφερειακά τουρνουά.Ομάδες αντικαταστάθηκαν ή αποσύρθηκαν λόγω υγειονομικών περιορισμών.Λόγος: Δημόσια υγεία.
Πολιτικές ή κρατικές παρεμβάσεις σε ομοσπονδίες
Σε ορισμένες περιπτώσεις, FIFA και άλλες συνομοσπονδίες απέκλεισαν ομάδες λόγω κυβερνητικής παρέμβασης στις εθνικές ομοσπονδίες.Λόγος: Παραβίαση αυτονομίας αθλητικών θεσμών.
Το κοινό στοιχείο; Οι αποφάσεις αυτές, τουλάχιστον θεωρητικά, βασίζονταν σε θεσμικές ή διεθνείς αρχές, όχι στην επιθυμία ισχυρών προσώπων να αναδιαμορφώσουν τη διοργάνωση.
Το επικίνδυνο όριο
Αν ποτέ η λογική “αντικαθιστώ μια ομάδα με μια πιο εμπορική ή πολιτικά χρήσιμη” γίνει αποδεκτή, τότε το ποδόσφαιρο παύει να είναι άθλημα ισονομίας και γίνεται εργαλείο επιλεκτικής εξυπηρέτησης.Σήμερα θα μπορούσε να αφορά το Ιράν και την Ιταλία. Αύριο ίσως οποιαδήποτε χώρα θεωρείται λιγότερο “βολική”, λιγότερο εμπορική ή λιγότερο επιθυμητή.Αυτό θα δημιουργούσε ένα επικίνδυνο προηγούμενο όπου η ισχύς δε θα περιορίζεται στη διοργάνωση, αλλά θα επεκτείνεται στην ίδια τη νομιμότητα της συμμετοχής.
Η αλαζονεία της εξουσίας
Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι μόνο η παρέμβαση. Είναι η πεποίθηση ότι η παρέμβαση είναι δικαίωμα. Ότι θεσμοί, κανόνες και αθλητική δικαιοσύνη μπορούν να προσαρμόζονται ανάλογα με πολιτικές σκοπιμότητες ή προσωπικές σχέσεις.Αυτή είναι η ουσία της αλαζονείας της εξουσίας: η αντίληψη πως ακόμη και το πιο παγκόσμιο άθλημα μπορεί να λειτουργήσει ως σκακιέρα πολιτικών ανταλλαγών.Το ποδόσφαιρο επιβιώνει επειδή στηρίζεται –τουλάχιστον ιδεατά– στην αρχή ότι η θέση στο γήπεδο κερδίζεται. Όχι επειδή κάποιος είναι πιο ισχυρός, πιο εμπορικός ή πιο πολιτικά χρήσιμος.Η ιστορία έχει δείξει ότι αντικαταστάσεις εθνικών ομάδων έγιναν μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις κρίσης. Αν ποτέ αυτό αλλάξει για λόγους πολιτικής συναλλαγής ή εξυπηρέτησης ισχυρών προσώπων, τότε δε θα μιλάμε απλώς για παρέμβαση στο ποδόσφαιρο.Θα μιλάμε για την πλήρη μετατροπή του σε μηχανισμό εξουσίας. Και τότε, το πραγματικό παιχνίδι δε θα παίζεται στο γήπεδο, αλλά πίσω από κλειστές πόρτες και σε οβάλ γραφεία…