Ο ρόλος μιας Κεντρικής Ανεξάρτητης Αρχής Διακυβέρνησης ΚΟΚΕ δεν θα ήταν να υποκαθιστά τις διοικήσεις των οργανισμών, αλλά να λειτουργεί ως θεματοφύλακας της καλής διακυβέρνησής τους
Οι Κρατικοί Οργανισμοί και οι Κρατικές Επιχειρήσεις (ΚΟΚΕ), ευρύτερα γνωστοί ως ημικρατικοί οργανισμοί, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της Κύπρου. Διαχειρίζονται κρίσιμες υποδομές, παρέχουν υπηρεσίες ζωτικής σημασίας και επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.
Παρά τη στρατηγική σημασία τους, διαδοχικές κυβερνήσεις, ασκώντας τον ρόλο του κράτους-ιδιοκτήτη, κατέληξαν σε μεγάλο βαθμό να χρησιμοποιούν τους οργανισμούς αυτούς ως πεδίο εξυπηρέτησης πελατειακών πρακτικών και κομματικών σκοπιμοτήτων, διαβρώνοντας σταδιακά την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς.
Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών και η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των οργανισμών προϋποθέτουν θεσμούς που λειτουργούν βάσει αρχών καλής διακυβέρνησης, προάγοντας τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τον επαγγελματισμό.
Η παρούσα κυβέρνηση, μέσω της δημιουργίας του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, έκανε ένα θετικό βήμα όσον αφορά τη διαδικασία διορισμού των μελών των διοικητικών συμβουλίων, στα οποία ανατίθεται η ευθύνη διακυβέρνησης των ΚΟΚΕ. Ωστόσο, πρόκειται μόνο για ένα πρώτο βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση και η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ποιος διορίζεται στα διοικητικά συμβούλια.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι βαθύτερο: διαθέτει σήμερα η Κυπριακή Δημοκρατία ένα ολοκληρωμένο και συνεκτικό πλαίσιο διακυβέρνησης για τους ημικρατικούς οργανισμούς;
Διεθνείς οργανισμοί, όπως ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και η Παγκόσμια Τράπεζα, εισηγούνται ολοένα και περισσότερο συγκεντρωτικά μοντέλα διακυβέρνησης των κρατικών επιχειρήσεων. Η βασική αρχή είναι ότι το κράτος οφείλει να λειτουργεί ως υπεύθυνος ιδιοκτήτης, μέσω ενός εξειδικευμένου μηχανισμού που εφαρμόζει ενιαίους κανόνες διακυβέρνησης σε όλους τους οργανισμούς.
Σήμερα παρατηρείται κατακερματισμός αρμοδιοτήτων μεταξύ υπουργείων και ένα ασαφές θεσμικό πλαίσιο που δυσχεραίνει την αποτελεσματική διακυβέρνηση και την εύρυθμη λειτουργία αλλά και εποπτεία των ΚΟΚΕ. Στο πλαίσιο αυτό, η Κύπρος θα μπορούσε να εξετάσει τη δημιουργία μιας Κεντρικής Ανεξάρτητης Αρχής Διακυβέρνησης ΚΟΚΕ, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει τη θεσμική μετεξέλιξη του υφιστάμενου Γνωμοδοτικού Συμβουλίου και στην οποία θα μεταφερθούν οι ιδιοκτησιακές αρμοδιότητες του κράτους. Μια τέτοια μεταρρύθμιση θα ενίσχυε τη συνέχεια και τη συνέπεια στη διακυβέρνηση των οργανισμών, θα δημιουργούσε και θα συγκέντρωνε πολύτιμη θεσμική τεχνογνωσία και θα διαχώριζε σαφέστερα τους διαφορετικούς ρόλους του κράτους ως ιδιοκτήτη, φορέα χάραξης πολιτικής και εποπτεύουσας αρχής.
Ο ρόλος μιας Κεντρικής Ανεξάρτητης Αρχής Διακυβέρνησης ΚΟΚΕ δεν θα ήταν να υποκαθιστά τις διοικήσεις των οργανισμών, αλλά να λειτουργεί ως θεματοφύλακας της καλής διακυβέρνησής τους. Στο πλαίσιο αυτό, θα είναι αρμόδια, μεταξύ άλλων:
- για τον διορισμό των διοικητικών συμβουλίων μέσω ανοικτών, διαφανών και αξιοκρατικών διαδικασιών,
- για την παρακολούθηση και αξιολόγηση της απόδοσης των οργανισμών μέσω συγκεκριμένων δεικτών απόδοσης και στρατηγικών στόχων. Τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων θα λογοδοτούν στην Αρχή ως προς τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων τους μέσω ετήσιας Έκθεσης Μελών Διοικητικού Συμβουλίου (Directors’ Report),
- για την εποπτεία της εφαρμογής του Κώδικα Εταιρικής Διακυβέρνησης που διέπει τους οργανισμούς αυτούς,
- για την παρακολούθηση θεμάτων ακεραιότητας, ασυμβίβαστου και σύγκρουσης συμφερόντων,
- για την επιμόρφωση των μελών των διοικητικών συμβουλίων,
- για την υποβολή εισηγήσεων σχετικά με το νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο των ΚΟΚΕ, ώστε οι οργανισμοί να παραμένουν ανταγωνιστικοί και ευέλικτοι απέναντι στις σύγχρονες προκλήσεις,
- και για την προώθηση και καθοδήγηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων και αναδιαρθρώσεων των κρατικών οργανισμών.
Παράλληλα, η ίδια η Αρχή θα πρέπει να υπόκειται σε υψηλά πρότυπα λογοδοσίας, μέσω ετήσιων εκθέσεων πεπραγμένων προς το Υπουργικό Συμβούλιο και τη Βουλή, αλλά και μέσω συστηματικής επικοινωνίας με την κοινωνία των πολιτών.
Αν η συζήτηση περιοριστεί στο ποιος διορίζεται και ποιος αποχωρεί από τα διοικητικά συμβούλια και αν αρκεστούμε στη δημιουργία ενός Γνωμοδοτικού Συμβουλίου χωρίς τους αναγκαίους πόρους και την απαιτούμενη θεσμική υποστήριξη, τότε η μεταρρύθμιση θα παραμείνει ημιτελής. Το πραγματικό ζητούμενο είναι η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου πλαισίου διακυβέρνησης που θα διασφαλίζει ότι οι ΚΟΚΕ διαθέτουν τις κατάλληλες δομές, διαδικασίες και μηχανισμούς λογοδοσίας, ώστε να ανταποκριθούν στις προκλήσεις του μέλλοντος. Μόνο μέσα από μια τέτοια προσέγγιση μπορεί το κράτος να λειτουργήσει ως πραγματικά υπεύθυνος και στρατηγικός ιδιοκτήτης, διασφαλίζοντας ότι οι ημικρατικοί οργανισμοί υπηρετούν αποτελεσματικά το δημόσιο συμφέρον.
*Το παρόν άρθρο βασίζεται σε σχετικό working paper του Κέντρου Καλής Διακυβέρνησης του EIMF (Link)
Φάκελος Διακυβέρνηση: Μια σειρά παρεμβάσεων από το EIMF σε συνεργασία με τον Alpha της Κυριακής. Στο πλαίσιο αυτής της πρωτοβουλίας, το EIMF και το Alpha Cyprus προσφέρουν δέκα υποτροφίες για τα μεταπτυχιακά προγράμματα Master Programme in Governance, Risk and Compliance (προσφέρεται διά ζώσης) και Master Programme in European Economic Governance and Policy (προσφέρεται εξ αποστάσεως), συμβάλλοντας στην ανάπτυξη στελεχών με εξειδίκευση στη διακυβέρνηση, τη λογοδοσία και τη δημόσια πολιτική. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλλουν τις αιτήσεις τους μέχρι 30 Ιουνίου 2026 (Link – https://eimf.eu/scholarships/).