weather widget icon
9.8 °C
ΚΥΡΙΑΚΗ
12.04.2026 8:36
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΡΥΔΗΣ

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΡΥΔΗΣ

Η δημοσιογραφία έχει μια κοινωνική υποχρέωση: να παρακολουθεί, να προειδοποιεί, να εξετάζει, να αποκαλύπτει και να εξηγεί. Αλλά και να προστατεύει: τη Δημοκρατία

O Ντόναλτ Τραμπ είναι δημιούργημα των αμερικανικών ΜΜΕ. Οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να ενίσχυσαν την προβολή του και να διέδωσαν την επιδημία που γέννησε τους κλώνους του διεθνώς, αλλά τα παραδοσιακά ΜΜΕ ήταν τα πρώτα που τον κανονικοποίησαν. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι, ενώ σήμερα προειδοποιούμε τους χρήστες των κοινωνικών δικτύων να σταματήσουν να κάνουν διάσημο τον κάθε ανόητο που συναντούν στην ψηφιακή διαβίωση τους, ήταν τα παραδοσιακά ΜΜΕ που συνέβαλαν στο να γίνει πρόεδρος ένας από αυτούς. 

Πολύ πριν εισβάλει στο καθημερινό σκρολ της υφηλίου, ο Τραμπ εμφανιζόταν στις στήλες lifestyle των εφημερίδων και προβαλλόταν στα επιχειρηματικά αφιερώματα της δεκαετίας του 1990. 

Advertisement

Πριν από τριάντα έξι χρόνια, στις 11 Φεβρουαρίου 1990, την ημέρα που ο Νέλσον Μαντέλα αποφυλακίστηκε (πάνω αριστερά), η εφημερίδα New York Daily News δημοσίευσε ως κύριο θέμα του πρωτοσέλιδου της τις εξωσυζυγικές σχέσεις του Τραμπ. Λίγες μέρες αργότερα, στις 14 Φεβρουαρίου, όταν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, οι ΗΠΑ, η Σοβιετική Ένωση, η Γαλλία και η Βρετανία συμφώνησαν κατά τη Διάσκεψη της Οτάβα την επανένωση της Γερμανίας, η Daily News και η New York Post (πάνω δεξιά, κάτω δεξιά) επέλεξαν να δημοσιεύσουν τη σχέση του Τραμπ με τη Μάρλα Μέιπλς. 

Ο Τραμπ εμφανίστηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού TIME σε αρκετές περιπτώσεις. Λόγω της αλαζονείας και των υπερβολών του, για την ίντριγκα, την περιέργεια. Ήταν η εποχή της της ακόρεστης ανάγκης των μέσων να προβάλλουν τις διασημότητες. 

Στα χρόνια που ακολούθησαν, ωθούμενος και από τον ντόρο που δημιούργησαν τα ΜΜΕ γύρω από το βιβλίο του «Trump: The Art of the Deal, ο Τραμπ απέκτησε πρόσβαση σε όλα όσα μπορεί να προσφέρει το καθεστώς της διασημότητας στην Αμερική. 

Advertisement

Συμπεριλαμβανομένης της κορυφαίας θέσης, την οποία είχε ήδη εξασφαλίσει ένας τρίτης-κατηγορίας ηθοποιός του Χόλιγουντ. Ο Ρόναλντ Ρέιγκαν είχε διευρύνει τον ορίζοντα για όλους του Αμερικανούς.  

Όταν ο Τραμπ στράφηκε προς την πολιτική, είχε ήδη συγκεντρώσει όλη την προσοχή που χρειαζόταν. Όταν η πολιτική σκηνή εξερράγη – με την κατάρρευση της οικονομίας, την ανισότητα που αυτή προκάλεσε, την αποσύνθεση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος –αξιοποίησε αυτή την προσοχή εναντίον των ιδίων των μέσων, υποτιμώντας το έργο τους, κατηγορώντας τα και αυτούς εκπροσωπούσαν, για τα δεινά της Αμερικής. 

Advertisement

Παρόλο που έκανε παιγνίδι μαζί τους για χρόνια, ο Τραμπ ήταν επίσης επιρρεπής σε εξάρσεις πικρίας, καταθέτοντας πολυάριθμες αγωγές εναντίον όσων μέσων ένιωθε ότι τον κακομεταχειρίζονταν. Παρά ταύτα τα ΜΜΕ συνέχιζαν να τον εξυπηρετούν. Όσο πιο αντι-ΜΜΕ ήταν ο Τραμπ, τόσο πιο εθισμένα σε αυτόν γίνονταν. 

Ακόμη και εκείνα που ήταν επικριτικά. Το 2017, ο διευθύνων σύμβουλος του CNN International, Τόνι Μάντοξ, δήλωσε ότι ο Τραμπ ήταν «good for business». Το ειδύλλιο είχε πλέον ολοκληρωθεί. Ο Τραμπ ανέλαβε τον έλεγχο του αφηγήματος αναγκάζοντας τα μέσα να παίζουν σύμφωνα με το ρυθμό και τους κανόνες του. 

Το χειρότερο όμως δεν είχε έρθει ακόμα. Το αφήγημα Τραμπ αξιοποιήθηκε από την σκοτεινή στρατηγική του Στιβ Μπάνον και τροφοδοτήθηκε στους εκκεντρικούς του Qanon και στους περιθωριακούς του διαδικτύου καθώς και στα ανατρεπτικά «μέσα ενημέρωσης» που ίδρυσαν οι σύμμαχοι του νέου προέδρου. Τα συμβατικά μέσα παρέμειναν όμως κολλημένα. Ήταν πλέον ο πρόεδρος. Η αδιάκοπη κάλυψη είχε πλέον την νομιμοποίηση του αξιώματος και τα μέσα δεν ήταν διατεθειμένα να αντιμετωπίσουν την ακαταλληλότητα του.  

Advertisement

Τα πράγματα θα γίνονταν χειρότερα. Τον περασμένο μήνα η Paramount εξαγόρασε την Warner Bros., η οποία κατέχει το CNN και το CBS. Ο Τραμπ κατενθουσιάστηκε όταν ο διευθύνων σύμβουλος της Paramount, Ντέιβιντ (γιος του Λάρι) Έλισον, έκλεισε τη συμφωνία. Επιδίωκε από καιρό να αποδυναμώσει το CNN («είστε ψευδείς ειδήσεις») και είχε μηνύσει το CBS (για 10 δισ. δολάρια· πέτυχε συμβιβασμό ύψους 16 εκατ. δολαρίων). 

Ένα προς ένα τα μέσα ενημέρωσης κατακτώνται, προστίθενται σε αυτά που ήδη βρίσκονται στην τσέπη του, με πρώτους μεταξύ αυτών τους ολιγάρχες των πλατφορμών που στάθηκαν στη σειρά κατά την ορκωμοσία του πριν από 15 μήνες. 

Η δημοσιογραφία έχει μια κοινωνική υποχρέωση: να παρακολουθεί, να προειδοποιεί, να εξετάζει, να αποκαλύπτει και να εξηγεί. Αλλά και να προστατεύει: τη Δημοκρατία. Τα μέσα ενημέρωσης είναι ο χώρος όπου ασκείται η δημοσιογραφία, στην ουσία όμως αποτελούν επιχειρηματικό εγχείρημα. Δεν υπάρχουν για χάρη της δημοσιογραφίας, αξιοποιούν τη δημοσιογραφία για να αποφέρουν κέρδη στους μετόχους τους. Όταν ο Τζέφ Μπέζος είδε τις θέσεις της συντακτικής ηγεσίας της Washington Post ως απειλή για τη σχέση του με τον Τραμπ και κατ’ επέκταση το μέλλον των υπόλοιπων επιχειρήσεων του, αποδυνάμωσε την εφημερίδα απολύοντας 300 δημοσιογράφους και επιβάλλοντας δική του γραμμή. 

Advertisement

Ο Βρετανός συγγραφέας Τζόναθαν Κουκ έγραψε πρόσφατα ότι οι δισεκατομμυριούχοι δεν κατέχουν εφημερίδες για να προωθήσουν τη δημοσιογραφική αριστεία… «κατέχουν τα μέσα ενημέρωσης για να διαμορφώσουν την αντίληψή μας για τον κόσμο, ώστε να θεωρούμε ότι οτιδήποτε ωφελεί τους δισεκατομμυριούχους ωφελεί και εμάς». 

Σαφώς και υπάρχει εξαιρετική δημοσιογραφία στα συμβατικά αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, παρόλο που είναι οδυνηρό να τη βλέπουμε να συνυπάρχει με την μυωπική δημοσιογραφία που συνόδευε μεγάλο μέρος της κάλυψης τους για τη Γάζα ή με το συχνό ξέπλυμα που απολαμβάνει ο ίδιος ο Τραμπ από αυτά. 

Είναι επίσης σημαντικό ότι λόγω Τραμπ παρατηρείται ανάπτυξη μη κερδοσκοπικών ερευνητικών και δημοσιογραφικών μέσων που λειτουργούν για το δημόσιο συμφέρον. Αυτά χρηματοδοτούνται ως επί το πλείστων από μεμονωμένα άτομα και θεσμικούς δωρητές και, παρόλο που η υποστήριξη προς αυτά αυξάνεται, λειτουργούν στο περιθώριο μακριά από την προσοχή της μάζας. 

Για δεκαετίες τα κυρίαρχα συμβατικά μέσα αποσπούσαν την προσοχή και παραπλανούσαν μια ολόκληρη χώρα παίζοντας αυτό το παιγνίδι με τον Τραμπ ίσως χωρίς να αναμένουν ότι μια μέρα θα τους έβγαινε πρόεδρος. Όμως, δυστυχώς, εξακολουθούν να συγκαλύπτουν αυτά που γνώριζαν από τότε και τα οποία τον καθιστούν ακατάλληλο για το αξίωμα του προέδρου: την μοχθηρία του, την ανηθικότητα αλλά και την ανικανότητά του.