ALPHA της Κυριακής
Η αποχώρηση του Ιράν από τη Μπιενάλε της Βενετίας, λίγες ημέρες πριν από τα εγκαίνια, αντανακλά την οικονομική πίεση, τη γεωπολιτική ένταση και τα όρια της κρατικής εκπροσώπησης στην τέχνη
Λίγες ημέρες πριν ανοίξει η αυλαία της Μπιενάλε της Βενετίας του 2026, η απουσία του Ιράν ήρθε να προστεθεί στις μεγάλες πολιτικές εντάσεις που ήδη βαραίνουν τη φετινή διοργάνωση. Οι διοργανωτές ανακοίνωσαν στις 4 Μαΐου, με μια λιτή ανάρτηση στην ιστοσελίδα της Μπιενάλε, ότι η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν δεν θα συμμετάσχει στην 61η Διεθνή Έκθεση Τέχνης.
Καμία αιτιολόγηση δεν δόθηκε. Και, σύμφωνα με την δρ. Καταγιούν Σαχαντέχ σε άρθρο της στο The Conversation, ακριβώς αυτή η σιωπή μοιάζει να λέει περισσότερα από μια επίσημη εξήγηση.
Η αποχώρηση του Ιράν δεν φαίνεται να είναι μια ξαφνική, αποκομμένη απόφαση. Αντίθετα, δείχνει να αποτελεί το αποτέλεσμα πολλών πιέσεων που συναντιούνται: γεωπολιτικών, οικονομικών, θεσμικών και πρακτικών. Πιέσεων που δεν αφορούν μόνο τη θέση του Ιράν στη διεθνή σκηνή, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί σήμερα ο παγκόσμιος κόσμος της τέχνης.
Όταν η κρίση μπλοκάρει ακόμη και την τέχνη
Στο πιο άμεσο επίπεδο, η μη συμμετοχή του Ιράν συνδέεται με τις ίδιες τις συνθήκες κρίσης. Με περιορισμένη πρόσβαση στο διαδίκτυο, αναστολή διεθνών πτήσεων και σοβαρά προβλήματα στα δίκτυα επικοινωνίας, ακόμη και τα βασικά για μια συμμετοχή σε μια διεθνή έκθεση γίνονται εξαιρετικά δύσκολα.
Ο συντονισμός με τους διοργανωτές, η μεταφορά των έργων, η εγκατάστασή τους στον χώρο της έκθεσης και η παρουσία ανθρώπων στη Βενετία πιθανότατα έγιναν σχεδόν αδύνατα. Η τέχνη, όσο συμβολική κι αν είναι, χρειάζεται υποδομές: μετακινήσεις, επικοινωνία, χρήματα, τεχνικές ομάδες, δίκτυα συνεργασίας. Όλα αυτά μπορούν να διαλυθούν γρήγορα σε περιόδους σύγκρουσης, κυρώσεων και απομόνωσης.
Σε αυτό προστίθεται και η οικονομική πίεση στο Ιράν. Η μεγάλη υποτίμηση του ιρανικού ριάλ έχει κάνει ακόμη πιο δύσκολη τη χρηματοδότηση διεθνών πολιτιστικών παρουσιών. Η συμμετοχή σε μια διοργάνωση όπως η Μπιενάλε δεν είναι απλώς ζήτημα καλλιτεχνικής επιλογής. Είναι και ζήτημα κόστους, logistics και θεσμικής δυνατότητας, σημειώνει η δρ. Σαχαντέχ.
Η χρονική στιγμή δεν είναι τυχαία
Η απόφαση ήρθε σε μια περίοδο ανανεωμένων στρατιωτικών εντάσεων και κλιμακούμενης πολιτικής ρητορικής γύρω από τη θέση του Ιράν στη διεθνή τάξη. Όταν ο πολιτικός λόγος φτάνει να αγγίζει σενάρια υπαρξιακής απειλής ή μεγάλης καταστροφής, η πολιτιστική παρουσία ενός κράτους αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος.
Σε τέτοιες στιγμές, το να εμφανιστεί μια χώρα σε μια διεθνή καλλιτεχνική σκηνή δεν είναι ποτέ απλή υπόθεση. Η παρουσία της διαβάζεται πολιτικά. Η απουσία της επίσης.
Ακόμη πιο ενδεικτικό είναι ότι, λίγες ημέρες πριν από τα εγκαίνια, δεν είχε ανακοινωθεί ούτε καλλιτέχνης, ούτε ποιος θα είναι επιμελητής, ούτε εκθεσιακή ιδέα για το ιρανικό περίπτερο. Αυτό δείχνει ότι η κρίση δεν περιοριζόταν στην τελική αποχώρηση, αλλά είχε προηγηθεί μια βαθύτερη αδυναμία συγκρότησης επίσημης παρουσίας.
Το ιρανικό περίπτερο και το κράτος
Η παρουσία του Ιράν στη Μπιενάλε της Βενετίας οργανωνόταν ιστορικά μέσα από κρατικούς θεσμούς. Μετά την Ιρανική Επανάσταση του 1978-79, η εποπτεία περνούσε από το υπουργείο Πολιτισμού και Ισλαμικής Καθοδήγησης.
Όπως συμβαίνει με πολλά εθνικά περίπτερα, η τέχνη λειτουργεί εδώ ως μορφή πολιτιστικής διπλωματίας. Κάθε χώρα καλείται να παρουσιάσει μια εικόνα του εαυτού της στη διεθνή σκηνή. Στην περίπτωση του Ιράν, όμως, αυτό το μοντέλο έχει συχνά δημιουργήσει απόσταση ανάμεσα στην επίσημη κρατική εκπροσώπηση και τη ζωντανή, σύγχρονη καλλιτεχνική παραγωγή.
Το ιρανικό καλλιτεχνικό τοπίο δεν είναι ενιαίο. Υπάρχουν κρατικές δομές, ανεξάρτητοι δημιουργοί, καλλιτέχνες που δουλεύουν μέσα σε περιορισμούς, άλλοι που κινούνται στη διασπορά, έργα που κυκλοφορούν εκτός επίσημων καναλιών και πρακτικές που συχνά συγκρούονται με τα όρια της λογοκρισίας.
Αυτή η πολυπλοκότητα δύσκολα χωρά σε ένα κρατικά ελεγχόμενο εθνικό περίπτερο.
Η Μπιενάλε ως σκηνή γεωπολιτικής
Η Μπιενάλε της Βενετίας συχνά περιγράφεται ως οι «Ολυμπιακοί Αγώνες του κόσμου της τέχνης». Παρά το κύρος της, όμως, δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά ουδέτερη. Το μοντέλο των εθνικών περιπτέρων σημαίνει ότι κάθε χώρα εμφανίζεται με μια επίσημη πολιτιστική ταυτότητα, σε έναν χώρο όπου η τέχνη, η διπλωματία και η πολιτική ισχύς συναντιούνται.
Οι Μπιενάλε δεν λειτουργούν έξω από την πολιτική. Είναι βαθιά ενταγμένες σε θεσμικά και γεωπολιτικά πλαίσια. Συχνά αποτελούν πεδία ήπιας ισχύος, όπου τα κράτη επιχειρούν να προβάλουν εικόνα, επιρροή και κύρος μέσα από την καλλιτεχνική παραγωγή.
Γι’ αυτό και η συμμετοχή στη Μπιενάλε δεν είναι ποτέ απλώς καλλιτεχνική πράξη. Είναι είσοδος σε μια διεθνή σκηνή όπου συγκρούονται αφηγήσεις νομιμοποίησης, ισχύος και πολιτιστικής ταυτότητας.