Με την κατάθεση του ποινικού ανακριτή, Ανδρέα Ανδρέου, ο οποίος παρουσίασε στη βάση του μαρτυρικού υλικού που συνέλεξε το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα, συνεχίστηκε σήμερα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας η εκδίκαση της υπόθεσης που αφορά την αυτοχειρία του 14χρονου Στυλιανού Κωνσταντίνου, τον Σεπτέμβριο του 2019.
Ο κ. Ανδρέου, ο οποίος διορίστηκε, μαζί με τον Μόδεστο Πογιατζή, ως ποινικός ανακριτής στις 10 Ιανουαρίου 2020 από τον τότε Γενικό Εισαγγελέα, Κώστα Κληρίδη, για τη διενέργεια ποινικής έρευνας σχετικά με την αυτοχειρία του Στυλιανού, παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου το υλικό που συνέλεξε κατά τη διάρκεια της έρευνας.
Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης, απαντώντας σε ερωτήσεις της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, Έλενας Κωνσταντίνου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο 14χρονος εντοπίστηκε νεκρός στις 4 Σεπτεμβρίου 2019 από τον πατέρα του, στην φάρμα τους στον Κοτσιάτη, φέροντας βρόγχο απαγχονισμού.
Ο κ. Ανδρέου κατέθεσε ότι στο πλαίσιο της έρευνας έλαβε μαρτυρίες και στοιχεία από διάφορες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων το Υπουργείο Παιδείας, οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, η Αστυνομία, καθώς και από εκπαιδευτικούς και άλλους επαγγελματίες που είχαν εμπλοκή με τον ανήλικο ή την οικογένειά του.
Σύμφωνα με τον μάρτυρα, από το μαρτυρικό υλικό που παρέλαβε προκύπτουν σοβαρά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα στην οικογένεια, με συνθήκες διαβίωσης που περιγράφηκαν ως ακατάλληλες. Συγκεκριμένα, έγινε λόγος για «ανάγκη επισκευών του σπιτιού, μεγάλη ακαταστασία στο εσωτερικό του, ακόμη και διαρροή στις οροφές των παιδικών δωματίων». Ο κ. Ανδρέου αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, σε μαρτυρίες που συνέλεξε από εκπαιδευτικούς για ελλιπή φροντίδα του παιδιού, προβλήματα σίτισης, καθώς και εμπλοκή του ανηλίκου σε εργασίες στη φάρμα της οικογένειας από πολύ μικρή ηλικία, την οποία σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ο ίδιος ονόμαζε ως «δουλειά».
Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης σε περιστατικά συμπεριφοράς του ανηλίκου ήδη από την προσχολική ηλικία, όπως επιθετικότητα και αυτοτραυματισμοί, τα οποία κατέθεσε η δασκάλα του. Παράλληλα, έκανε λόγο για εισηγήσεις των εκπαιδευτικών για ένταξή του σε υπηρεσίες ειδικής εκπαίδευσης και ψυχολογικής στήριξης. Όπως ανέφερε ο κ. Ανδρέου, ο ανήλικος, ενόσω ήταν στο νηπιαγωγείο, παρακολουθήθηκε για σύντομο χρονικό διάστημα από ψυχολόγο, ωστόσο η οικογένεια δεν ανταποκρίθηκε σε περαιτέρω συναντήσεις.
Κατά τη διαδικασία, οι δικηγόροι της υπεράσπισης υπέβαλαν ένσταση, υποστηρίζοντας ότι προβάλλεται η άποψη του μάρτυρα μέσω αναφοράς σε μαρτυρίες τρίτων προσώπων, κάτι που, όπως υποστήριξαν, δεν συνάδει με τη διαδικασία. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι δεν πρόκειται για προσωπική άποψη του μάρτυρα και ζήτησε από την Κατηγορούσα Αρχή να εξηγήσει τον σκοπό της συγκεκριμένης διαδικασίας, διερωτώμενο πώς εξυπηρετεί η προσπάθεια ανάκλησης στη μνήμη του μάρτυρα στοιχείων από τη μαρτυρία που συνέλεξε ο ίδιος.
Απαντώντας στο ερώτημα του Δικαστηρίου, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι πρόθεση είναι η ανάδειξη των βασικών σημείων της διερεύνησης της υπόθεσης και η παρουσίαση του πλαισίου μέσα στο οποίο εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα, διευκρινίζοντας ότι ο μάρτυρας δεν καλείται να καταθέσει κρίση ως προς ενδεχόμενη δίωξη, αλλά να παραθέσει το υπόβαθρο της υπόθεσης και τις συνθήκες ζωής του Στυλιανού. Πρόσθεσε, επίσης, ότι οι μάρτυρες στους οποίους γίνεται αναφορά θα κληθούν να καταθέσουν. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, ανέφερε ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν αποκλείεται η εξ ακοής μαρτυρία.
Στη συνέχεια, κατατέθηκαν ως τεκμήρια από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, φάκελοι που έλαβε ο κ. Ανδρέου κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης από το Υπουργείο Παιδείας, περιλαμβανομένων εγγράφων των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων, καθώς και ο ατομικός σχολικός φάκελος του Στυλιανού από το νηπιαγωγείο μέχρι το γυμνάσιο. Από έγγραφα που αναγνώστηκαν από τον μάρτυρα, προκύπτουν, μεταξύ άλλων, αναφορές σε περιστατικά παραμέλησης του ανήλικου.
Στο πλαίσιο της εξέτασής του, ο μάρτυρας κλήθηκε να αναφερθεί σε συγκεκριμένη πολυθεματική συνάντηση, ημερομηνίας 17 Οκτωβρίου 2011, με τίτλο «Γεγονότα για μετακίνηση του παιδιού από το σπίτι». Όπως ανέφερε, στην εν λόγω συνάντηση συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, η συνοδός του παιδιού, ο δάσκαλος της Β’ τάξης, η ειδική δασκάλα, η λογοθεραπεύτρια που τον παρακολουθούσε, η αρμόδια λειτουργός των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, και η αρμόδια συνδετική λειτουργός.
Αναφερόμενος στο περιεχόμενο του σχετικού εγγράφου, ο μάρτυρας κατέθεσε ότι καταγράφονταν περιστατικά που αφορούσαν τις συνθήκες διαβίωσης του ανηλίκου, περιλαμβανομένων αναφορών για έλλειψη τροφής στο σπίτι, συμπεριφορά του πατέρα, καθώς και περιστατικά που σχετίζονταν με την καθημερινότητά του στο σχολείο.
Σε ερώτηση κατά πόσο τα εν λόγω δεδομένα προϋπήρχαν της αυτοχειρίας του Στυλιανού, ο μάρτυρας ανέφερε ότι, βάσει των μαρτυριών που συνέλεξαν ο ίδιος και ο κ. Πογιατζής, τα ζητήματα αυτά φαίνεται να ανάγονται ήδη από το 2009, όταν ο ανήλικος φοιτούσε στο νηπιαγωγείο, παρουσιάζοντας ένταση μέχρι και τη Β’ τάξη του δημοτικού.
Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε, επίσης, ότι είχε γίνει εισήγηση από τους αρμόδιους εκπαιδευτικούς για μετακίνηση του παιδιού, ωστόσο, σύμφωνα με μαρτυρίες των αρμόδιων λειτουργών, φαίνεται να μην έφθασε ποτέ ενώπιόν τους πληροφόρηση σχετικά με τα προβλήματα της οικογένειας του ανήλικου.
Η διαδικασία ορίστηκε για συνέχιση στις 20 και 30 Απριλίου, καθώς και στις 7 Μαΐου, στις 11:00.
Υπενθυμίζεται ότι η υπόθεση αφορά τον τραγικό θάνατο του 14χρονου Στυλιανού τον Σεπτέμβριο του 2019 και εστιάζει στο κατά πόσο υπήρξε ευθύνη τόσο εντός της οικογένειας όσο και από πλευράς κρατικών υπηρεσιών.
Η διαδικασία επικεντρώνεται όχι μόνο στο ίδιο το τραγικό γεγονός, αλλά κυρίως στο ερώτημα κατά πόσο υπήρξαν περιπτώσεις κακοποίησης ή παραμέλησης μέσα στην οικογένεια, εάν η μητέρα γνώριζε περιστατικά και δεν τα κατήγγειλε, καθώς και αν οι αρμόδιοι λειτουργοί των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ενήργησαν επαρκώς ή αν παρέλειψαν να αξιολογήσουν και να ανταποκριθούν σε καταγγελίες που θα μπορούσαν να αποτρέψουν τον θάνατό του.
Πηγή: ΚΥΠΕ



