Η επιχείρηση «GLOBAL CHAIN» πραγματοποιήθηκε σε πέντε ηπείρους με στόχο την καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης, εξαναγκαστικής εγκληματικής δραστηριότητας και επαιτείας.
Η Europol υποστήριξε παγκόσμια επιχείρηση κατά της εμπορίας προσώπων, στην οποία συμμετείχαν οι αρμόδιες Αρχές 59 χωρών. Στο πλαίσιο της επιχείρησης εντοπίστηκαν 2.070 πιθανά θύματα και συνελήφθησαν 1.024 ύποπτοι, εκ των οποίων οι 334 φέρονται να εμπλέκονται σε υποθέσεις εμπορίας προσώπων. Παράλληλα, στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων ερευνών, εντοπίστηκαν ακόμη 201 ύποπτοι για αδικήματα που σχετίζονται με την εμπορία προσώπων.
Η επιχείρηση, με την κωδική ονομασία «GLOBAL CHAIN», επικεντρώθηκε στην καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση, την εξαναγκαστική εγκληματική δραστηριότητα και την επαιτεία, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία ανήλικων θυμάτων.
Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε από τις 8 έως τις 12 Ιουνίου 2026, υπό τον συντονισμό και με την υποστήριξη της EUROPOL, της FRONTEX και της INTERPOL. Στόχος ήταν ο εντοπισμός και η διακοπή της δράσης εγκληματικών δικτύων που δραστηριοποιούνται στην εμπορία προσώπων, η ταυτοποίηση των εμπλεκομένων, η έναρξη νέων ποινικών ερευνών κατά οργανωμένων εγκληματικών ομάδων και η προστασία των πιθανών θυμάτων. Η δράση υλοποιήθηκε στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πολυτομεακής Πλατφόρμας κατά των Εγκληματικών Απειλών (EMPACT), με την Αυστρία να έχει τον συντονισμό της επιχειρησιακής δράσης και τη Ρουμανία να ενεργεί ως συν-επικεφαλής.
Συνολικά αποτελέσματα της επιχείρησης
- 1.024 συλλήψεις, εκ των οποίων 334 για αδικήματα εμπορίας προσώπων και 690 για άλλα ποινικά αδικήματα.
- Ταυτοποίηση 2.070 θυμάτων και πιθανών θυμάτων (1.908 ενήλικες και 162 ανήλικοι).
- Εντοπισμός 201 επιπλέον υπόπτων.
- Έναρξη 465 νέων ποινικών ερευνών.
- Εντοπισμός 80 υποθέσεων πλαστογράφησης εγγράφων.
Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα των ερευνών, η μεγάλη πλειονότητα των θυμάτων είναι ενήλικες γυναίκες. Συγκεκριμένα, το 64,2% αποτέλεσε αντικείμενο εμπορίας για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης, το 20,9% για εξαναγκαστική εγκληματική δραστηριότητα, το 11,3% για καταναγκαστική εργασία, το 1,5% για επαιτεία και το 2,1% για άλλες μορφές εκμετάλλευσης.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι το 86,4% των ανήλικων θυμάτων αποτέλεσε αντικείμενο εμπορίας για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Επιπρόσθετα, το 6,2% αφορούσε καταναγκαστική εργασία, το 3% επαιτεία, περίπου το 0,6% εξαναγκαστική εγκληματική δραστηριότητα, ενώ το 3,8% αφορούσε άλλες μορφές εκμετάλλευσης. Σε αρκετές περιπτώσεις, η προστασία των θυμάτων καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς η εκμετάλλευσή τους πραγματοποιείται ακόμη και από μέλη της οικογένειάς τους.
Πιθανά θύματα κυρίως από χώρες της Λατινικής Αμερικής
Στην επιχείρηση συμμετείχαν περισσότεροι από 40.000 λειτουργοί επιβολής του νόμου από 59 χώρες, συμπεριλαμβανομένων αστυνομικών, συνοριοφυλάκων, λειτουργών επιθεώρησης εργασίας, καθώς και εκπροσώπων φορολογικών και τελωνειακών αρχών.
Πιθανά θύματα εντοπίστηκαν από 45 διαφορετικές χώρες, με την πλειονότητα να προέρχεται από την Κολομβία, την Αργεντινή, τη Βενεζουέλα, το Νεπάλ και τη Μολδαβία. Πολλά από τα θύματα είχαν μεταφερθεί διασυνοριακά, ακόμη και μεταξύ διαφορετικών ηπείρων, γεγονός που καταδεικνύει τον διεθνή χαρακτήρα των εγκληματικών δικτύων εμπορίας προσώπων.
Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης διενεργήθηκαν έλεγχοι σε:
- 565.470 πρόσωπα,
- 360.317 ταξιδιωτικά και άλλα έγγραφα ταυτοποίησης,
- 140.737 οχήματα,
- 20.342 υποστατικά και άλλες τοποθεσίες,
- 6.133 πτήσεις και θαλάσσια μέσα.
Στην επιχείρηση συμμετείχαν συνολικά 59 χώρες (μεταξύ των οποίων και η Κύπρος), καθώς επίσης και οι οργανισμοί EUROPOL, INTERPOL, FRONTEX, AMERIPOL, EL PACCTO και EU4FAST.
Στο πλαίσιο της επιχείρησης, το Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων, διενήργησε συνολικά 17 επιχειρήσεις σε παγκύπριο επίπεδο σε διάφορα υποστατικά (μπυραρίες, διαμερίσματα). Κατά τους ελέγχους εντοπίστηκαν 57 γυναίκες ωστόσο, κατόπιν εξατομικευμένης αξιολόγησης, δεν εντοπίστηκαν ενδείξεις ότι πρόκειται για θύματα εμπορίας προσώπων, ενώ μία εξ αυτών, διαπιστώθηκε ότι διέμενε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Στις επιχειρήσεις συμμετείχαν μέλη των Επαρχιακών ΟΠΕ, ΥΑ&Μ και ΜΜΑΔ, ως επίσης και επιθεωρητές του Γραφείου Εργασίας.



