Στο κενό έπεσε η προσπάθεια του ισοβίτη Δώρου Θεοφάνους, γνωστού ως «Κομμωτή», ο οποίος καταδικάστηκε το 2012 για τον εκ προμελέτης φόνο της εγκύου και της τρίχρονης κόρης της. Ενώ η απόφαση του Κακουργιοδικείου είχε επικυρωθεί το 2015 από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Ο «κομμωτής» είχε υποβάλει αίτημα για επανάνοιγμα της υπόθεσής του, με βάση άρθρο της νέας νομοθεσίας των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων 1964 έως 2024, η οποία προνοεί ότι αιτητής μπορεί να ζητήσει από το Ανώτατο Δικαστήριο, στη βάση προσκόμισης νέων στοιχείων ή γεγονότων, «να διατάξει και/ή να αποφασίσει όπως η υπόθεσή του επανεκδικαστεί είτε από το Εφετείο είτε από το Κακουργιοδικείο», όπως αναφέρει σε ανακοίνωσή της η Νομική Υπηρεσία.
Τι ισχυρίστηκε ο «κομμωτής»
Ισχυρισμός του αιτητή ήταν ότι η επανεκδίκαση της υπόθεσής του δικαιολογείται από το γεγονός ότι προέκυψαν νέα στοιχεία μετά από την έκδοση της καταδικαστικής εναντίον του απόφασης, «τα οποία δημιουργούν θεμελιακό ρήγμα τόσο στην καταδικαστική απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου όσο και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου [σ.σ. Εφετείου κατά τον επίδικο χρόνο], και καθιστούν την καταδίκη του επισφαλή, άδικη και/ή ανατρέπουν το θεμέλιό της», όπως προστίθεται.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την Νομική Υπηρεσία, «ο αιτητής ισχυρίστηκε πως η ανάκληση ή η ανασκευή μαρτυρίας που είχε δοθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσής του ενώπιον του Κακουργιοδικείου, είτε από τον ίδιο τον μάρτυρα είτε μέσω τρίτων προσώπων, συνιστά «νέα στοιχεία και γεγονότα», ικανά να ενεργοποιήσουν το εν λόγω άρθρο του Νόμου. Επί τούτου, παρουσίασε ένορκες δηλώσεις μαρτύρων που ανακαλούσαν ή ανασκεύαζαν τη μαρτυρία που είχαν προγενέστερα δώσει στο Κακουργιοδικείο εναντίον του ισοβίτη».
Θέση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στο Ανώτατο ήταν ότι το αίτημα του ισοβίτη αιτητή, με βάση τα νέα στοιχεία που προσκομίσθηκαν, δεν δικαιολογούσε ενεργοποίηση της συγκεκριμένης πρόνοιας του νόμου.
Το σκεπτικό της απόφασης του δικαστηρίου
Όπως προστίθεται, εξετάζοντας το αίτημα και συμφωνώντας με τη θέση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, το Ανώτατο Δικαστήριο, ομόφωνα, αποφάσισε, στις 29 Οκτωβρίου 2026, την απόρριψή του, θέτοντας συνάμα το πλαίσιο υπό το οποίο ερμηνεύεται το συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου για το τι μπορεί να θεωρηθεί ως «νέο στοιχείο ή γεγονός», ώστε να δικαιολογείται η ενεργοποίηση της εξαιρετικής περίπτωσης επανανοίγματος υπόθεσης. Αυτή είναι η πρώτη υπόθεση που εκδικάζεται με βάση τη συγκεκριμένη νομοθεσία.
Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην έννοια των «νέων στοιχείων ή γεγονότων» περιλαμβάνονται περιστατικά, συνθήκες ή αποδεικτικά μέσα που, είτε προϋπήρχαν κατά τον χρόνο της αρχικής δίκης και δεν αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο, αλλά κατέστησαν γνωστά ή ήρθαν στο φως μεταγενέστερα, είτε προέκυψαν, για πρώτη φορά, μετά από την ολοκλήρωση της διαδικασίας και σχετίζονται με την υπόθεση.
Συνακόλουθα, κατάληξη του Ανώτατου Δικαστηρίου στην προκείμενη περίπτωση είναι ότι «η κατ’ ισχυρισμόν μεταγενέστερη ανάκληση ή ανασκευή από μάρτυρα της μαρτυρίας που έδωσε και αξιολογήθηκε ενώπιον του εκδικάσαντος Δικαστηρίου, ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά ‘νέο στοιχείο ή γεγονός’ εν τη εννοία του Νόμου». Τόνισε επίσης ότι, «η περί του αντιθέτου αποδοχή θα ισοδυναμούσε με μετατροπή αυτής της κατ’ εξαίρεση διαδικασίας, σε μηχανισμό εκ νέου αξιολόγησης της μαρτυρίας και της αποδεικτικής κρίσης επί της οποίας στηρίχθηκε η αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, υπονομεύοντας τοιουτοτρόπως την ασφάλεια δικαίου και την τελεσιδικία».
Εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, την υπόθεση χειρίστηκαν οι Ανώτεροι Δικηγόροι της Δημοκρατίας κ.κ. Νίνος Κέκκος και Ανδρέας Χατζηκύρου.



