«Ο δημόσιος διάλογος και η ουσιαστική συμμετοχή αποτελούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις για μια ανθεκτική δημοκρατία και ουσιαστικά στοιχεία ενός αξιόπιστου κράτους δικαίου», δήλωσε την Τρίτη ο Υπουργός Εσωτερικών, Κωνσταντίνος Ιωάννου, κατά την ομιλία του σε συζήτηση στρογγυλής τραπέζης, κατά τη δεύτερη ημέρα της Διάσκεψης Υψηλού Επιπέδου για το κράτος δικαίου, που πραγματοποιείται στη Λευκωσία, στο πλαίσιο της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ.
Ο κ. Ιωάννου συμμετείχε στη συζήτηση στρογγυλής τραπέζης μαζί με τον Μάικλ Μακγκράθ, Επίτροπο της ΕΕ για τη Δημοκρατία, τη Δικαιοσύνη, το Κράτος Δικαίου και την Προστασία των Καταναλωτών, τη Σίρπα Ραούτιο, Διευθύντρια του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, τη Μαριλένα Ραουνά, Υφυπουργό Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, και ακαδημαϊκούς, τονίζοντας ότι η ισχύς των θεσμών σε ολόκληρη την ΕΕ «εξαρτάται από το πόσο ανοιχτοί, πόσο υπεύθυνοι και πόσο ικανοί είναι να παραμένουν συνδεδεμένοι με τους πολίτες».
Ανέφερε, επίσης, ότι το Υπουργείο Εσωτερικών θέτει την άμεση διαβούλευση στον πυρήνα της χάραξης πολιτικής, συνεργαζόμενο ενεργά με μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς. Σημείωσε ότι ενώσεις, ιδρύματα και ομοσπονδίες είναι «ουσιαστικοί εταίροι στην προώθηση της κοινωνικής συνοχής, στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και στην υποστήριξη των ευάλωτων ομάδων». Πρόσθεσε ότι στόχος του Υπουργείου είναι μια ολοκληρωμένη τροποποίηση του νόμου που διέπει την ίδρυση και λειτουργία Ενώσεων και Ιδρυμάτων, «με στόχο τη δημιουργία ενός σύγχρονου και διαφανούς πλαισίου που ενισχύει τον τομέα», όπως είπε.
Μίλησε, επίσης, για τα κανάλια συνεργασίας με την κοινωνία των πολιτών και έκανε ειδική αναφορά στην πλατφόρμα ηλεκτρονικής διαβούλευσης «ως βασικού εργαλείου για την προώθηση της συμμετοχικής διακυβέρνησης που χρησιμεύει ως το κεντρικό μέσο της κυβέρνησης για διαφανή και χωρίς αποκλεισμούς διαβούλευση σχετικά με νομοθετικές και πολιτικές πρωτοβουλίες». Ο κ. Ιωάννου σημείωσε, μάλιστα, ότι «η αυξανόμενη χρήση της πλατφόρμας καταδεικνύει ότι οι πολίτες και τα ενδιαφερόμενα μέρη είναι πρόθυμα να συμμετάσχουν όταν τους δίνεται η ευκαιρία να το κάνουν με ουσιαστικό τρόπο».
Καταλήγοντας, ο Υπουργός Εσωτερικών υπογράμμισε ότι ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι κρίσιμος για τη διασφάλιση κοινών προτύπων, την ενίσχυση της λογοδοσίας και την καλλιέργεια μιας κουλτούρας διαλόγου σε ολόκληρη την ΕΕ. «Επενδύουμε στο ανοιχτό πνεύμα, τη συμμετοχή και τη συνεργασία για να διασφαλίσουμε ότι οι δημοκρατίες μας παραμένουν ισχυρές, χωρίς αποκλεισμούς και ανθεκτικές», είπε.
Η Υφυπουργός Ευρωπαϊκών Θεμάτων, Μαριλένα Ραουνά, μίλησε για τρία βασικά επίπεδα στην προσπάθεια διασφάλισης του κράτους δικαίου. Σημείωσε την ανάγκη ενίσχυσης της εμπιστοσύνης των πολιτών, βελτίωσης της χάραξης πολιτικής, ώστε να ανταποκρίνεται πραγματικά στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι πολίτες, και ενίσχυσης της προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Σημείωσε ότι οι θεσμοί υποχρεούνται να παρέχουν ευκαιρίες για συμμετοχή των πολιτών. «Αυτό είναι που μας διακρίνει ως Ένωση, ως πολιτική οντότητα, ως παγκόσμιο παράγοντα, από άλλους, ιδιαίτερα τώρα, που βλέπουμε μια συνεπή προσπάθεια να διαβρωθεί η διεθνής τάξη που βασίζεται σε κανόνες», υπογράμμισε η κ. Ραουνά. «Αυτό μας καθιστά αξιόπιστους ως εταίρους και, από αυτή την άποψη, παράγοντα ασφάλειας και σταθερότητας», πρόσθεσε, σημειώνοντας ότι το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα βρίσκονται και στο επίκεντρο της διαδικασίας διεύρυνσης της ΕΕ.
«Για αυτήν την Κυβέρνηση, την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτή η ευκαιρία να ασκήσει το θεσμικό καθήκον των κρατών μελών που εμφανίζεται μία φορά κάθε 14 χρόνια, αποτελεί πραγματικά εθνική προτεραιότητα», συνέχισε η Υφυπουργός, σημειώνοντας ότι η Κυβέρνηση έχει υιοθετήσει συνεπή πολιτική για την ενίσχυση της συμμετοχής των πολιτών, με ψηφιακά εργαλεία και πλατφόρμες.
Ο Επίτροπος Μακγκράθ, τόσο στην εισαγωγική του ομιλία όσο και κατά τη διάρκεια της συζήτησης στρογγυλής τράπεζας, έκανε ιδιαίτερη αναφορά στον ρόλο της κοινωνίας των πολιτών, σημειώνοντας ότι η επένδυση στην ενίσχυση του διαλόγου αποτελεί προϋπόθεση για τη διασφάλιση της ενίσχυσης του κράτους δικαίου. «Πρέπει να μιλάμε με την κοινωνία των πολιτών και όχι γι’ αυτήν», είπε, και επεσήμανε την ανάγκη οι θεσμοί περισσότερο να ακούν την κοινωνία των πολιτών, παρά να μιλούν.
Ο Επίτροπος αναφέρθηκε στην αυξανόμενη αποσύνδεση των πολιτών από τα κοινά και την έλλειψη συμμετοχής, ιδίως των νεότερων γενεών, αναδεικνύοντάς τα ως βασικό πρόβλημα. Είπε ότι αυτά υπονομεύουν τη δημόσια πολιτική και υπογράμμισε την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι η νομοθετική διαδικασία θα είναι συμπεριληπτική, ώστε να επιτρέπει στους ανθρώπους να αισθάνονται ότι συμμετέχουν και να εμπνέει σεβασμό για τη δημοκρατία.



