Γράφει ο Βάκης Χαραλάμπους
- Οικονομολόγος, Μέλος Κ.Ε. ΑΚΕΛ
Τα €70 εκατομμύρια ακούγονται, εκ πρώτης όψεως, ως ένα σημαντικό πακέτο στήριξης απέναντι στην ακρίβεια. Η ουσιαστική αξιολόγησή του, όμως, δεν μπορεί να γίνεται μόνο με βάση το ποσό που ανακοινώθηκε. Το πραγματικό ερώτημα είναι πόση από αυτή τη στήριξη φτάνει τελικά στην τσέπη του νοικοκυριού;
Τα μέτρα περιλαμβάνουν θετικές παρεμβάσεις. Αυτό όμως δεν αναιρεί τις σημαντικές αδυναμίες του πακέτου.
Πρώτα απ’ όλα, τα μέτρα έρχονται με καθυστέρηση. Η ακρίβεια δεν εμφανίστηκε χθες. Οι αυξήσεις σε τρόφιμα, ηλεκτρισμό, καύσιμα, θέρμανση και στέγη έχουν ήδη συσσωρευτεί. Ένα νοικοκυριό που εδώ και μήνες πληρώνει περισσότερα δεν ξεκινά σήμερα από το μηδέν. Κουβαλά ήδη πάνω του το κόστος που προηγήθηκε.
Υπάρχει, δεύτερον, σοβαρό ζήτημα στόχευσης. Η επιδότηση του ηλεκτρισμού για τους ευάλωτους είναι αναγκαία. Το εφάπαξ €200 είναι επίσης μια χρήσιμη ανάσα. Όμως χιλιάδες χαμηλόμισθοι, συνταξιούχοι και οικογένειες με παιδιά δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες των «ευάλωτων», ενώ δυσκολεύονται εξίσου να βγάλουν τον μήνα.
Μια άλλη προσέγγιση θα ήταν πιο χρήσιμη. Διεύρυνση του κοινωνικού τιμολογίου, αυτόματη ένταξη όσων το δικαιούνται, κλιμακωτή στήριξη με βάση το εισόδημα και την κατανάλωση και μόνιμος ΦΠΑ 5% στον ηλεκτρισμό. Κυρίως, όμως, χρειάζεται ένα μεγαλύτερο δίχτυ προστασίας για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.
Το ίδιο πρόβλημα φαίνεται και στη θέρμανση. Η μείωση του φόρου στο πετρέλαιο είναι θετική, αλλά στα 1.000 λίτρα το όφελος είναι περίπου €50, όταν η επιβάρυνση σε σχέση με πέρσι μπορεί να ξεπερνά τα €600. Αντί μιας οριζόντιας φορολογικής μείωσης, χρειάζεται παγκύπρια στήριξη με εισοδηματικά κριτήρια, είτε κάποιος ζει στα ορεινά είτε στην πόλη και είτε θερμαίνεται με πετρέλαιο, γκάζι ή ηλεκτρισμό.
Αντίστοιχα, απέναντι στο αυξημένο κόστος μετακίνησης μπορούν να εφαρμοστούν πιο άμεσα μέτρα, όπως στοχευμένο επίδομα μετακίνησης για οικογένειες με παιδιά, μονογονεϊκές οικογένειες και χαμηλοσυνταξιούχους, καθώς και ελαφρύνσεις στις άδειες κυκλοφορίας για χαμηλά και χαμηλομεσαία εισοδήματα.
Το μεγαλύτερο, όμως, ερώτημα αφορά τη σύνθεση των €70 εκατομμυρίων. Περίπου €45-50 εκ. αφορούν μειώσεις ΦΠΑ. Δηλαδή, το μεγαλύτερο μέρος του πακέτου δεν αποτελεί άμεση εισοδηματική στήριξη προς τα νοικοκυριά. Και εδώ προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα: πώς διασφαλίζεται ότι η μείωση του φόρου θα περάσει πραγματικά στην τελική τιμή και δεν θα χαθεί μέσα σε νέες ανατιμήσεις ή στα περιθώρια της αγοράς;
Υπάρχουν, παράλληλα, σημαντικά κενά. Η στέγη, τα ενοίκια και το κόστος δανεισμού αποτελούν σήμερα από τις μεγαλύτερες πιέσεις για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, χωρίς ουσιαστική απάντηση στο συγκεκριμένο πακέτο. Και στα φωτοβολταϊκά, η μείωση του ΦΠΑ είναι θετική, αλλά δεν αρκεί για ένα νοικοκυριό που αδυνατεί να βρει τις €6.000 ή €7.000 της αρχικής επένδυσης. Χρειάζονται στοχευμένα σχέδια με μεγαλύτερη επιχορήγηση για χαμηλά εισοδήματα, μαζί με αποθήκευση και ενεργειακή αναβάθμιση.
Η συζήτηση, λοιπόν, δεν είναι αν τα μέτρα είναι θετικά ή αρνητικά. Είναι αν είναι αρκετά απέναντι στην ένταση του προβλήματος και αν οι διαθέσιμοι πόροι αξιοποιούνται εκεί όπου μπορούν να έχουν το μεγαλύτερο κοινωνικό αποτέλεσμα.
Με υψηλά πλεονάσματα και αυξημένα δημόσια έσοδα, υπήρχαν και υπάρχουν περιθώρια για περισσότερη και καλύτερα στήριξη. Γιατί στο τέλος της ημέρας ο πολίτης δεν μετρά το «δημοσιονομικό κόστος» μιας εξαγγελίας. Μετρά πόσα του μένουν στην τσέπη όταν πληρώσει το ρεύμα, γεμίσει το αυτοκίνητο, ζεστάνει το σπίτι και καλύψει το ενοίκιο ή τη δόση του.



