Σταθερό παραμένει το χρονοδιάγραμμα της Κυβέρνησης για κατάθεση στη Βουλή της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου, με στόχο την εφαρμογή της από την 1η Ιανουαρίου 2027, όπως ανέφερε ο Υπουργός Εργασίας Μαρίνος Μουσιούττας μετά τη νέα συνεδρία του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος. Παράλληλα, εμφανίστηκε έτοιμος ακόμη και για καθημερινές συνεδριάσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, προκειμένου να ξεκαθαριστούν όλες οι εκκρεμότητες.
Κατά τη σημερινή συνεδρία παρουσιάστηκε αναλυτικά από εκπροσώπους του Υπουργείου Οικονομικών η κοστολόγηση της μεταρρύθμισης, με τον Υπουργό να κάνει λόγο για εποικοδομητική συζήτηση. Όπως ανέφερε, «λύθηκαν απορίες ή δημιουργήθηκαν καινούργιες με τη συζήτηση», ενώ αποφασίστηκε η συνέχιση των συνεδριάσεων δύο φορές την εβδομάδα. Στην αυριανή συνεδρία του Συμβουλίου Κοινωνικών Ασφαλίσεων θα γίνει επίσης κατ’ άρθρον επεξήγηση του νομοσχεδίου από την τεχνική επιτροπή, ώστε να απαντηθούν ζητήματα τεχνικής φύσεως.
Ο Υπουργός σημείωσε ότι το Υπουργείο έχει δηλώσει ετοιμότητα ακόμη και για καθημερινές συνεδριάσεις του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος ή των τεχνικών επιτροπών. «Θεωρώ ότι από πλευράς μας έχουμε δώσει όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαμε να δώσουμε», είπε, προσθέτοντας ότι πλέον αναμένει από τους κοινωνικούς εταίρους, αφού επεξεργαστούν τα δεδομένα, να επανέλθουν με τις δικές τους εισηγήσεις.
Την ίδια ώρα, ξεκαθάρισε ότι το κυβερνητικό χρονοδιάγραμμα δεν διαφοροποιείται. «Μέχρι τις 30 του Σεπτέμβρη το νομοθέτημα θα κατατεθεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων και σκοπός είναι να μπορέσει η μεταρρύθμιση να εφαρμοστεί την 1/1/2027, για να νιώσει ο καθένας τη διαφορά, μικρή ή μεγάλη, που του αναλογεί», ανέφερε.
Ιδιαίτερα έντονος εμφανίστηκε, πάντως, σε σχέση με δημόσιες αναφορές των τελευταίων ημερών για πρόνοιες της μεταρρύθμισης, διευκρινίζοντας ότι η τοποθέτησή του δεν αφορούσε τα μέλη του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος. Χαρακτήρισε απαράδεκτο να παρουσιάζονται, όπως είπε, χλευαστικά ή με ανακρίβειες αποσπάσματα της μεταρρύθμισης, με αποτέλεσμα να δίνεται στον κόσμο λανθασμένη πληροφόρηση. Ως παράδειγμα αναφέρθηκε στον ισχυρισμό ότι η μείωση της αναλογιστικής περικοπής κατά 4,5% στη βασική σύνταξη μεταφράζεται σε μέγιστο όφελος €23, λέγοντας ότι η συγκεκριμένη εκτίμηση είναι «παντελώς λανθασμένη» και ότι, συνυπολογίζοντας όλα τα δεδομένα, το όφελος είναι «σίγουρα πολύ περισσότερο από €23».
Ο Υπουργός εξήγησε ακόμη ότι η κυβερνητική πρόταση δίνει βάρος στη βασική σύνταξη και, κατ’ επέκταση, στους χαμηλοσυνταξιούχους, με κόστος περίπου €36 εκατ. Όπως ανέφερε, υπάρχουν εναλλακτικές επιλογές με το ίδιο δημοσιονομικό κόστος: μεταξύ άλλων, η μείωση να εφαρμοστεί τόσο στο βασικό όσο και στο αναλογικό μέρος της σύνταξης, αλλά σε ποσοστό περίπου 2,5%, ή να αφορά μόνο τους υφιστάμενους συνταξιούχους με μεγαλύτερη μείωση στη βασική σύνταξη. Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι η κυβερνητική πρόταση καλύπτει και περίπου 40.000 μελλοντικούς συνταξιούχους της επόμενης πενταετίας. «Επιλογές υπάρχουν. Αυτό που δεν μπορούμε να διαφοροποιήσουμε είναι τα κόστη», κατέληξε, καλώντας όσους τοποθετούνται δημόσια να μελετούν προηγουμένως τα δεδομένα.



