Δεκατρία κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με επικεφαλής την Αυστρία, ζητούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, να δώσουν προτεραιότητα στην εφαρμογή, αξιολόγηση και απλούστευση της υφιστάμενης νομοθεσίας, πριν προχωρήσουν σε νέες ρυθμίσεις.
Με non-paper που συνυπογράφουν η Αυστρία, η Τσεχία, η Δανία, η Γερμανία, η Εσθονία, η Ουγγαρία, η Ιταλία, η Λετονία, η Λιθουανία, η Πολωνία, η Πορτογαλία, η Σλοβενία και η Σλοβακία, προτείνουν ένα «Ευρωπαϊκό Έτος Εφαρμογής και Ενοποίησης». Στόχος είναι να εντοπιστούν επικαλύψεις, περιττές υποχρεώσεις και κανόνες που επιβαρύνουν επιχειρήσεις και δημόσιες διοικήσεις χωρίς ανάλογη προστιθέμενη αξία.
Τα υπογράφοντα κράτη μέλη υπογραμμίζουν ότι η πρότασή τους δεν αφορά απορρύθμιση. Ζητούν η ευρωπαϊκή νομοθεσία να παραμείνει ισχυρή στους τομείς της υγείας, της ασφάλειας και της εργασίας, αλλά να είναι ταυτόχρονα αναγκαία, αναλογική, εφαρμόσιμη και προβλέψιμη.
Η πρωτοβουλία κατατίθεται σε μια περίοδο κατά την οποία η συνεχής προσθήκη νέων ευρωπαϊκών κανόνων έχει εντείνει στις Βρυξέλλες τη συζήτηση για την πολυπλοκότητα της νομοθεσίας, τις επικαλύψεις, το σωρευτικό διοικητικό κόστος και τις επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Το βασικό ερώτημα είναι εάν η ΕΕ χρειάζεται διαρκώς νέες ρυθμίσεις ή εάν πρέπει προηγουμένως να εξετάζει κατά πόσον οι υφιστάμενοι κανόνες παραμένουν αναγκαίοι, εφαρμόζονται αποτελεσματικά και προσφέρουν πραγματική προστιθέμενη αξία.
Πρώτα αξιολόγηση, μετά νέα ρύθμιση
Στο πλαίσιο αυτό, κάθε νέα νομοθετική πρόταση θα πρέπει, πριν από την υποβολή της, να αξιολογείται αυστηρά ως προς την αναγκαιότητα, την αποτελεσματική εφαρμογή της και τις επιπτώσεις της στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Οι χώρες εισηγούνται επίσης η αξιολόγηση να μη σταματά με την έγκριση μιας νομοθεσίας. Κάθε νέα ρύθμιση θα πρέπει να περιλαμβάνει ρήτρα επανεξέτασης τουλάχιστον ανά πενταετία, προκειμένου να διαπιστώνεται εάν πέτυχε τον σκοπό της, εάν εξακολουθεί να είναι αναγκαία και εάν έχει δημιουργήσει δυσανάλογο διοικητικό ή οικονομικό κόστος.
Από την ποσότητα στην ποιότητα της νομοθεσίας
Η προσέγγιση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη συζήτηση που βρίσκεται ψηλά στην ευρωπαϊκή ατζέντα, με επίκεντρο την απλοποίηση των κανόνων και τον περιορισμό του σωρευτικού ρυθμιστικού βάρους.
Το μήνυμα των 13 χωρών είναι ότι η ΕΕ δεν χρειάζεται απλώς περισσότερους κανόνες, αλλά καλύτερους κανόνες: νομοθεσία αναγκαία, σαφή, αναλογική και εφαρμόσιμη, η οποία δεν προσθέτει περιττές υποχρεώσεις σε όσες ήδη ισχύουν.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη προωθήσει πακέτα «omnibus» με στόχο την απλοποίηση υφιστάμενων υποχρεώσεων. Οι 13 χώρες, ωστόσο, ζητούν η απλοποίηση να μην περιορίζεται σε μεταγενέστερες διορθώσεις, αλλά να ενσωματώνεται στη νομοθετική διαδικασία πριν από την υιοθέτηση νέων ρυθμίσεων.
Ανταγωνιστικότητα και κόστος συμμόρφωσης
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται και η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Οι 13 χώρες εκτιμούν ότι η συσσώρευση κανονιστικών απαιτήσεων αυξάνει το κόστος συμμόρφωσης για τις επιχειρήσεις και μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά για επενδύσεις και καινοτομία, επηρεάζοντας την ελκυστικότητα της ενιαίας αγοράς.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη αναζητεί τρόπους να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της, η έμφαση μετατοπίζεται στην πρόληψη της περιττής πολυπλοκότητας: καλύτερη αξιολόγηση πριν από νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες και συστηματικός έλεγχος του σωρευτικού ρυθμιστικού βάρους που καλούνται να διαχειριστούν οι επιχειρήσεις και οι δημόσιες διοικήσεις.
Με πληροφορίες από το Euronews και το Politico.eu



