Η άνοδος της ακροδεξιάς στη Γερμανία, αλλά ταυτόχρονα και η ενίσχυση της αριστεράς, αποτελούν, σύμφωνα με τον Πολιτικό Επιστήμονα και Ακαδημαϊκό Γιάννο Κατσουρίδη, ενδείξεις μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης, η οποία συνδέεται με τη φθορά του παραδοσιακού κομματικού συστήματος, τα προβλήματα του κοινωνικού κράτους και τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζουν οι πολίτες σε σειρά σημαντικών ζητημάτων.
Σε δηλώσεις του στο ΚΥΠΕ, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών σε Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και στο Βερολίνο, ο κ. Κατσουρίδης ανέφερε ότι η πτώση των Χριστιανοδημοκρατών και η άνοδος της ακροδεξιάς στη Γερμανία δεν αποτελούν εξέλιξη που θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη, καθώς εντάσσονται, όπως είπε, σε μια τάση που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Όπως σημείωσε, η κατάσταση παραπέμπει σε μια «αυτοεκπληρούμενη προφητεία», καθώς τα σημάδια ανόδου της ακροδεξιάς είναι ορατά σε ολόκληρη την Ευρώπη, χωρίς, κατά την εκτίμησή του, να έχουν αλλάξει ουσιαστικά οι συνθήκες που θα μπορούσαν να ανακόψουν αυτή την πορεία.
«Δεν εξέπληξε κανέναν η πτώση του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος», ανέφερε, σημειώνοντας ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες καταγράφεται, με μικρές εξαιρέσεις, άνοδος της ακροδεξιάς εις βάρος της παραδοσιακής δεξιάς.
Αναφερόμενος ειδικότερα στη Γερμανία, είπε ότι η άνοδος της AfD δεν θα πρέπει επίσης να προκαλεί έκπληξη, καθώς το κόμμα, παρά το γεγονός ότι χαρακτηρίζεται επισήμως ως εξτρεμιστική οργάνωση και παρά τη στάση αποκλεισμού που τηρούν κατά βάση τα άλλα κόμματα, ενισχύεται τα τελευταία χρόνια.
Ο κ. Κατσουρίδης επεσήμανε, ωστόσο, ότι δεν μπορούν να εφαρμοστούν ακριβώς τα ίδια κριτήρια για την ερμηνεία της ανόδου της ακροδεξιάς στην ανατολική και στη δυτική Γερμανία.
Σύμφωνα με τον ίδιο, υπάρχουν κοινοί παράγοντες, αλλά στην ανατολική Γερμανία είναι ισχυρότεροι παράγοντες που συνδέονται με τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η γερμανική ενοποίηση και με τις συνέπειες που αυτή είχε για την περιοχή.
Όπως ανέφερε, στην πορεία των πραγμάτων δημιουργήθηκε η αντίληψη ότι «το χαμένο κομμάτι της χώρας που έμεινε πίσω ήταν η Ανατολική Γερμανία», με αποτέλεσμα ένα μέρος της κοινωνίας να αντιδρά τιμωρώντας κόμματα τα οποία θεωρεί υπεύθυνα για αυτή την εξέλιξη.
Ο ίδιος σημείωσε, πάντως, ότι η ερμηνεία αυτή δεν αρκεί από μόνη της, καθώς η AfD, όπως είπε, διπλασίασε τη δύναμή της και στο Βερολίνο, το οποίο θεωρείται πιο προοδευτικό.
Ο κ. Κατσουρίδης ανέφερε ότι η άνοδος της ακροδεξιάς συνδέεται ευρύτερα με τις βασικές πολιτικές που ακολουθούνται από τα παραδοσιακά κόμματα, ιδιαίτερα της Δεξιάς και της Κεντροδεξιάς, αλλά και με τα αδιέξοδα σε σημαντικά ζητήματα κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής.
Έκανε ιδιαίτερη αναφορά στην αντίληψη ότι οι θεσμοί δεν λειτουργούν πλέον αποτελεσματικά, στην κατάσταση των κρατικών υπηρεσιών και στην υποχώρηση του κοινωνικού κράτους, ενώ σημείωσε ότι η αύξηση των μεταναστευτικών ροών αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα, τον οποίο, όπως είπε, η Ακροδεξιά πολιτικοποιεί με ιδιαίτερα έντονο τρόπο.
«Είναι κάθε φορά ένα μείγμα παραγόντων», ανέφερε, προσθέτοντας ότι στην εξίσωση θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η αλλαγή του ίδιου του πολιτικού προφίλ των ακροδεξιών κομμάτων.
Όπως εξήγησε, τα κόμματα αυτά δεν εμφανίζονται πλέον πάντοτε με ένα τόσο εμφανώς ναζιστικό ή νεοφασιστικό προφίλ, ακόμη και όταν υιοθετούν ακραίες θέσεις. «Ομαλοποίησαν λίγο τις γωνιές τους για να χωρέσουν και άλλους ψηφοφόρους», είπε.
Κατά τον κ. Κατσουρίδη, δημιουργούνται έτσι σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο συνεχώς ευνοϊκές συνθήκες για την άνοδο των ακροδεξιών κομμάτων. Ενώ, όπως ανέφερε, αρχικά ένα μέρος της ψήφου προς αυτά μπορεί να εκφράζει διαμαρτυρία, σταδιακά ένα σημαντικό τμήμα της ψήφου φαίνεται να εκφράζει πλέον πολιτική επιλογή υπέρ των συγκεκριμένων θέσεων.
Για τον λόγο αυτό, πρόσθεσε, θα ήταν λάθος να περιορίζεται η ερμηνεία της ανόδου της ακροδεξιάς αποκλειστικά στο μεταναστευτικό.
Ειδικότερα για τη Γερμανία, αναφέρθηκε στην αύξηση του κόστους ζωής και στην αντίδραση που, όπως είπε, έχει προκαλέσει η ενεργειακή κατάσταση μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη διακοπή της πρόσβασης σε φθηνότερο ρωσικό φυσικό αέριο.
Όπως εκτίμησε, το ζήτημα αυτό δημιουργεί σημαντικές αντιδράσεις στους πολίτες, κυρίως στην ανατολική Γερμανία και σε δεύτερο βαθμό στη δυτική Γερμανία.
Την ίδια ώρα, ο κ. Κατσουρίδης στάθηκε ιδιαίτερα στην άνοδο της aριστεράς, σημειώνοντας ότι τα τελευταία δύο με τρία χρόνια διαφαίνεται επιστροφή της, μετά από μια περίοδο υποχώρησης.
Όπως ανέφερε, το Die Linke ενισχύθηκε σημαντικά στο Βερολίνο, αλλά και στο άλλο κρατίδιο όπου πραγματοποιήθηκαν εκλογές, ενώ σημείωσε ότι ανάλογη άνοδος καταγράφηκε και σε τοπικές εκλογές που είχαν γίνει περίπου δύο εβδομάδες νωρίτερα.
Ερωτηθείς κατά πόσοα η ενίσχυση της Αριστεράς οφείλεται στους ίδιους λόγους που ενισχύουν και την ακροδεξιά, ο κ. Κατσουρίδης απάντησε ότι μπορεί να υπάρχουν κοινοί παρονομαστές, αλλά καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει ο τρόπος με τον οποίο τα πολιτικά κόμματα επιλέγουν να πολιτικοποιήσουν τα συγκεκριμένα προβλήματα.
Ως παράδειγμα ανέφερε το κοινωνικό κράτος. Σύμφωνα με τον ίδιο, ένα υπαρκτό πρόβλημα μπορεί να πολιτικοποιείται από την ακροδεξιά με επίκεντρο τους μετανάστες, ενώ η αριστερά, όπως το Die Linke στη Γερμανία, το προσεγγίζει από διαφορετική κατεύθυνση, προτάσσοντας μεγαλύτερη φορολόγηση του πλούτου, αύξηση των στεγαστικών επιδομάτων και ενίσχυση των κοινωνικών πολιτικών.
Ο κ. Κατσουρίδης εκτίμησε ότι με αυτόν τον τρόπο η αριστερά φαίνεται να επιστρέφει σε παραδοσιακές πολιτικές κοινωνικού κράτους, οι οποίες χαρακτήριζαν τόσο την ίδια όσο και σε μεγάλο βαθμό τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα.
Όπως ανέφερε, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα σε ολόκληρη την Ευρώπη εγκατέλειψαν σε σημαντικό βαθμό αυτές τις πολιτικές, κινούμενα προς πιο δεξιές κατευθύνσεις, αφήνοντας ένα πολιτικό πεδίο το οποίο φαίνεται τώρα να επανακτούν τα αριστερά κόμματα.
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στο στεγαστικό ζήτημα, σημειώνοντας ότι η πολιτικοποίησή του από την Αριστερά «φαίνεται ότι αποδίδει».
Ειδικά στο Βερολίνο, είπε, ένα μέρος αυτού που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως προοδευτική ψήφος, χωρίς να είναι κατ’ ανάγκην αριστερή, φαίνεται να κατευθύνεται προς το Die Linke.
«Η πολιτικοποίηση των θεμάτων από την αριστερά και τη δεξιά πάει προς διαφορετική κατεύθυνση, που όμως ήταν επικερδής και για τους δύο, ακροδεξιά και αριστερά», ανέφερε.
Ένα ακόμη στοιχείο που, σύμφωνα με τον κ. Κατσουρίδη, προκύπτει από τις εξελίξεις είναι η σοβαρή φθορά του παραδοσιακού κομματικού συστήματος της Γερμανίας.
Όπως εξήγησε, για πολλές δεκαετίες το πολιτικό σύστημα στηριζόταν σε δύο μεγάλα κόμματα, τα οποία είτε σχημάτιζαν κυβέρνηση με τη συμμετοχή ενός μικρότερου κόμματος είτε, σε ορισμένες περιπτώσεις, συνεργάζονταν μεταξύ τους στο πλαίσιο μεγάλου συνασπισμού.
«Πλέον αρχίζει να αποσυντίθεται αυτό το πράγμα και αναγκαστικά πλέον θα οδηγηθούμε σε άλλες μορφές συνεργασίας», ανέφερε.
Ο ίδιος δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο οι εξελίξεις να οδηγήσουν εκ νέου σε μια πολιτική διάταξη που θα παραπέμπει σε παραδοσιακά μπλοκ δεξιάς και αριστεράς, σημειώνοντας ότι πρόκειται για μία από τις πιθανές κατευθύνσεις που μπορεί να πάρει το γερμανικό κομματικό σύστημα.
Συνολικά, σύμφωνα με την ανάλυση του κ. Κατσουρίδη, τα αποτελέσματα των εκλογών καταγράφουν μια διπλή τάση: από τη μία την ενίσχυση της ακροδεξιάς, η οποία αξιοποιεί ζητήματα όπως η μετανάστευση, το κόστος ζωής και η φθορά των θεσμών, και από την άλλη την επιστροφή της αριστεράς σε ζητήματα κοινωνικού κράτους, φορολόγησης και στέγασης. Οι δύο αυτές εξελίξεις, όπως υποστήριξε, συνδέονται με τη διεύρυνση των ρωγμών στο μέχρι σήμερα παραδοσιακό κομματικό σύστημα της Γερμανίας.
Πηγή: ΚΥΠΕ



