Το πρώτο ανθρώπινο κρούσμα του ιού Shamonda, ο οποίος εντοπίζεται συνήθως σε ζώα εκτροφής, ανακοίνωσε την Πέμπτη η Γαλλία, με τον ασθενή να καταλήγει, ενώ οι αρχές αναφέρουν ότι δεν έχει διαπιστωθεί κίνδυνος για τον γενικό πληθυσμό.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της γαλλικής Κυβέρνησης, εκτιμάται ότι το θύμα μολύνθηκε από τσίμπημα μικρού αιματοφάγου εντόμου (σκνίπας) που έφερε τον ιό, στην ανατολική Γαλλία, όπου ο ιός κυκλοφορούσε μεταξύ ζώων την άνοιξη και το καλοκαίρι.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) ανέφερε ότι βρίσκεται σε επικοινωνία με τις γαλλικές αρχές για το περιστατικό. Ο ασθενής κατέληξε στις αρχές Οκτωβρίου και λάμβανε θεραπεία για σοβαρή ασθένεια, η οποία τον καθιστούσε πιο ευάλωτο σε λοιμώξεις σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, σύμφωνα με ανακοίνωση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC).
Όπως μετέδωσε η τοπική εφημερίδα Le Progrès, επρόκειτο για άνδρα ηλικίας περίπου 60 ετών, ο οποίος διέμενε στην ευρύτερη περιοχή της Λυών.
«Με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες και τις γνώσεις μας για τη μετάδοση στενά συγγενικών ιών, πρόκειται για μεμονωμένο ανθρώπινο κρούσμα και είναι απίθανο να οδηγήσει σε ευρύτερη εξάπλωση σε αυτή τη φάση», ανέφερε ο ΠΟΥ, ο οποίος συντονίζει τις διεθνείς προσπάθειες για την αντιμετώπιση ζητημάτων και έκτακτων περιστατικών δημόσιας υγείας.
Η γαλλική Κυβέρνηση σημείωσε επίσης ότι δεν έχει εντοπιστεί κίνδυνος για την υγεία του γενικού πληθυσμού.
Εξάπλωση του ιού σε ζώα στην Ευρώπη
Ο ιός Shamonda μεταδίδεται μέσω τσιμπημάτων μικρών αιματοφάγων εντόμων και εντοπίζεται κυρίως στα βοοειδή, αν και έχει ανιχνευθεί επίσης σε άλογα, πρόβατα και αίγες, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό για την Υγεία των Ζώων (WOAH).
Δεν περιλαμβάνεται στις νόσους που καλύπτονται από τον ευρωπαϊκό νόμο για την υγεία των ζώων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται σε επίσημη επιτήρηση ή μέτρα ελέγχου.
Ο ιός εντοπίστηκε για πρώτη φορά στη Νιγηρία στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Η παρουσία του στην Ευρώπη επιβεβαιώθηκε για πρώτη φορά στα τέλη Ιουλίου, έπειτα από γονιδιωματικές εξετάσεις σε άρρωστα βοοειδή στη νότια Γερμανία, την Ελβετία και την ανατολική Γαλλία.
Σύμφωνα με το εβδομαδιαίο δελτίο επιτήρησης της υγείας των ζώων στη Γαλλία, ο ιός έχει επίσης ανιχνευθεί στην Αυστρία, το Βέλγιο, την Ιρλανδία, την Ιταλία, το Λιχτενστάιν, το Λουξεμβούργο, την Ολλανδία, την Πορτογαλία, τη Σλοβενία, την Ισπανία και το Τζέρσεϊ, το νησί της Μάγχης που αποτελεί βρετανική κτήση.
Ο ιός προκαλεί διάφορα συμπτώματα στα ζώα. Στα προσβεβλημένα βοοειδή έχουν παρατηρηθεί διάρροια, αδυναμία, απώλεια όρεξης και, σε λιγότερες περιπτώσεις, πυρετός, σύμφωνα με τις γαλλικές κτηνιατρικές αρχές.
Μελέτη σε εννέα γαλλικές γαλακτοπαραγωγικές μονάδες κατέδειξε ότι η παραγωγή γάλακτος μειώθηκε έως και κατά 75%.
Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC) παρακολουθεί στενά την εξέλιξη της υπόθεσης.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του ECDC, ο ασθενής, ο οποίος λάμβανε θεραπεία για σοβαρή ασθένεια που τον καθιστούσε πιο ευάλωτο σε λοιμώξεις και επιπλοκές, κατέληξε στις αρχές Οκτωβρίου. Οι έρευνες για το κατά πόσο ο ιός προκάλεσε ή συνέβαλε στον θάνατό του, καθώς και για τον τρόπο με τον οποίο μολύνθηκε, βρίσκονται σε εξέλιξη.
Το ECDC βρίσκεται σε επικοινωνία με τις γαλλικές αρχές και τους Ευρωπαίους εταίρους του, προκειμένου να διερευνηθούν οι πιθανές επιπτώσεις της πρώτης αυτής ανθρώπινης λοίμωξης στη δημόσια υγεία.
Η καταγραφή του περιστατικού ακολουθεί την πρώτη ανίχνευση του ιού σε εκτρεφόμενα ζώα στην Ευρώπη, το καλοκαίρι του 2026. Κλινικά συμπτώματα σε ζώα αναφέρθηκαν από τον Ιούνιο, ενώ ο ιός ταυτοποιήθηκε στα τέληΙουλίου.
Ο ιός Shamonda μεταδίδεται συνήθως μεταξύ ζώων μέσω τσιμπημάτων μολυσμένων σκνιπών του γένους Culicoides. Ωστόσο, το είδος της σκνίπας που ενδέχεται να εμπλέκεται στη μετάδοση του συγκεκριμένου περιστατικού παραμένει άγνωστο.
Το ECDC σημειώνει ότι οι σκνίπες αυτές είναι γενικά πιο δραστήριες στην Ευρώπη από την άνοιξη έως το φθινόπωρο, με τη δραστηριότητά τους να επηρεάζεται από το είδος, την περιοχή και τις καιρικές συνθήκες. Καθώς οι θερμοκρασίες υποχωρούν, η δραστηριότητα των περισσότερων ειδών σκνιπών μειώνεται.
Το Κέντρο παρακολουθεί τις εξελίξεις σε στενή συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), η οποία είναι αρμόδια για ζητήματα υγείας των ζώων και ασφάλειας των τροφίμων στην ΕΕ.
Παράλληλα, το ECDC επισημαίνει ότι συνεργάζεται με τα κράτη μέλη για την ενίσχυση του σχεδιασμού αντιμετώπισης πιθανών περιστατικών, ενώ βρίσκεται σε συνεργασία με το αρμόδιο εργαστήριο αναφοράς της ΕΕ για την ενίσχυση της διαγνωστικής ικανότητας και την παροχή πρόσθετης υποστήριξης στα κράτη μέλη, ώστε να εντοπιστούν τυχόν άλλα περιστατικά.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Σε ρινγκ μετατράπηκε το αλβανικό Κοινοβούλιο: Αγριο ξύλο μεταξύ βουλευτών (ΒΙΝΤΕΟ) | AlphaNews
Πηγή: ΚΥΠΕ



