Έντεκα στο σύνολο ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα κατά 15 προσώπων – 13 φυσικών και 2 νομικών – καταγράφει το πόρισμα της Ανεξάρτητης Αρχής Κατά Διαφθοράς σε σχέση με το βιβλίο του Μακάριου Δρουσιώτη «Κράτος Μαφία», με τη βαρύτερη ποινή που προνοεί ο νόμος να αγγίζει τα 14 χρόνια φυλάκιση.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Ιδού η 67σέλιδη ανακοίνωση για το «Κράτος Μαφία»: Αναστασιάδης κι άλλοι 14 ερευνώνται για ποινικά αδικήματα | AlphaNews
Συγκεκριμένα η Αρχή καταγράφει ως ενδεχόμενα τα πιο κάτω ποινικά αδικήματα:
Κατάχρηση εξουσίας, Άρθρο 105, του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
105. Δημόσιος λειτουργός, ο οποίος κατά κατάχρηση εξουσίας που ανάγεται στα καθήκοντα του, ενεργεί ή διατάσσει την ενέργεια οποιασδήποτε αυθαίρετης πράξης που παραβλάπτει τα δικαιώματα άλλου, είναι ένοχος πλημμελήματος.
- Αν ο υπαίτιος απέβλεπε με τέτοια πράξη σε κέρδος, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά (7) χρόνων.
Δεκασμός δημόσιου λειτουργού, Άρθρο 100, του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
100. Όποιος-
- (α) είναι δημόσιος λειτουργός και είναι επιφορτισμένος με την εκτέλεση οποιουδήποτε καθήκοντος λόγω του λειτουργήματος του, με τέτοιο τρόπο που υποδηλώνει δεκασμό ζητά, δέχεται ή παίρνει ή συμφωνεί ή αποπειράται να δεχτεί ή να πάρει περιουσία ή ωφέλημα οποιουδήποτε είδους για τον εαυτό του ή για άλλον, για χάρη εκτέλεσης ή μελλοντικής ενέργειας ή παράλειψης κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του λειτουργήματος του ή
- (β) με τέτοιο τρόπο που υποδηλώνει δεκασμό, δίνει παρέχει ή προμηθεύει, ή υπόσχεται ή προσφέρεται να δώσει ή να παρέχει ή να προμηθεύει ή να αποπειραθεί να προμηθεύσει, σε δημόσιο λειτουργό ή σε άλλο, περιουσία, ή ωφελήματα οποιουδήποτε είδους για χάρη τέτοιας ενέργειας ή παράλειψης από τέτοιο δημόσιο λειτουργό,
- είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι επτά χρόνια και σε χρηματική ποινή μέχρι εκατό χιλιάδες ευρώ ή και στις δύο ποινές, η δε περιουσία του, αντικείμενο του δεκασμού, υπόκειται σε δήμευση σύμφωνα με τον περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμο.
Συναλλαγές με αντιπροσώπους που υποδηλώνουν διαφθορά, Άρθρο 3, του περί Πρόληψης Διαφθοράς Νόμου, Κεφ. 161.
3. Αν-
- (α) οποιοσδήποτε αντιπρόσωπος άμεσα ή έμμεσα δέχεται ή λαμβάνει ή συμφωνεί να δεχτεί ή ζητά ή αποπειράται να λάβει από οποιοδήποτε πρόσωπο, κατά τρόπο που υποδηλώνει διαφθορά, για τον εαυτό του ή για οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, οποιοδήποτε δώρο, ή αντιπαροχή ως κίνητρο ή αμοιβή για την τέλεση ή αποχή από τέλεση οποιασδήποτε πράξης, ή για την τέλεση ή αποχή από τέλεση οποιασδήποτε πράξης που έλαβε χώρα μετά τη θέσπιση του Νόμου αυτού, η οποία αφορά υποθέσεις ή εργασίες του προϊσταμένου του, ή για την επίδειξη ή αποχή από επίδειξη εύνοιας ή δυσμένειας σε οποιοδήποτε πρόσωπο σχετικά με τις υποθέσεις ή εργασίες του προϊσταμένου του ή
- (β) οποιοδήποτε πρόσωπο άμεσα ή έμμεσα δίνει ή συμφωνεί να δώσει ή υπόσχεται ή προσφέρει ή αποπειράται να δώσει, κατά τρόπο που υποδηλώνει διαφθορά, για τον εαυτό του ή για οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, οποιαδήποτε δώρα ή αντιπαροχή σε οποιοδήποτε αντιπρόσωπο ως κίνητρο ή αμοιβή για την τέλεση ή αποχή από τέλεση οποιασδήποτε πράξης, ή για την τέλεση, ή αποχή από τέλεση οποιασδήποτε πράξης που έλαβε χώρα μετά την θέσπιση του Νόμου αυτού, η οποία αφορά τις υποθέσεις ή εργασίες του προϊσταμένου του, ή για την επίδειξη ή αποχή από επίδειξη εύνοιας ή δυσμένειας σε οποιοδήποτε πρόσωπο σχετικά με τις υποθέσεις ή εργασίες του προϊσταμένου του ή
- (γ) οποιοδήποτε πρόσωπο εν γνώσει του δίνει σε οποιοδήποτε αντιπρόσωπο, ή αν οποιοσδήποτε αντιπρόσωπος εν γνώσει του χρησιμοποιεί, με πρόθεση να εξαπατήσει τον προϊστάμενο του, οποιαδήποτε απόδειξη, λογαριασμό, ή άλλο έγγραφο σε σχέση με το οποίο ο προϊστάμενος έχει συμφέρον, και το οποίο περιέχει οποιαδήποτε δήλωση η οποία είναι ψευδής ή παραπλανητική ή ελλειπής σε οποιαδήποτε ουσιαστική λεπτομέρεια, και το οποίο γνωρίζει ότι προορίζεται για να παραπλανήσει τον προϊστάμενο,
- είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα επτά έτη, ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000), ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και του προστίμου.
Αθέμιτη κτήση περιουσιακού οφέλους, Άρθρο 3, του περί Αθέμιτης Κτήσης Περιουσιακού Οφέλους από Αξιωματούχους και Λειτουργούς του Δημοσίου Νόμου, του 2004 (Ν. 51(I)/2004).
- Οποιοσδήποτε αξιωματούχος ή λειτουργός του δημοσίου αποκτά αθέμιτα περιουσιακό όφελος, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι επτά ετών ή σε πρόστιμο μέχρι είκοσι πέντε χιλιάδων λιρών (£25.000) ή και στις δύο ποινές και το δικαστήριο το οποίο εκδικάζει την υπόθεση μπορεί επιπρόσθετα να διατάξει τη δήμευση οποιουδήποτε περιουσιακού οφέλους αποκτήθηκε αθέμιτα.
Συνωμοσία για ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης, Άρθρο 121 (α), του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
121. Διαπράττει πλημμέλημα όποιος-
- (α) συνωμοτεί με άλλο να κατηγορήσουν ψευδώς άλλο για κάποιο έγκλημα ή να διαπράξουν οτιδήποτε για παρεμπόδιση, αποτροπή, εκτροπή ή ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης ή
- (β) με σκοπό παρεμπόδισης της κανονικής πορείας της δικαιοσύνης μεταπείθει, παρεμποδίζει ή αποτρέπει οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι νόμιμα υπόχρεο να εμφανιστεί και να δώσει μαρτυρία ως μάρτυρας, ή αποπειράται να διαπράξει με αυτό τον τρόπο ή
- (γ) παρεμποδίζει ή με οποιοδήποτε τρόπο παρεμβαίνει στην εκτέλεση ή γνωρίζει ότι αποτρέπει την εκτέλεση νόμιμου εντάλματος ή δικογράφου, αστικού ή ποινικού.
Εμπορία επηρεασμού, αδίκημα το οποίο περιγράφεται στο Άρθρο 12 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της Διαφθοράς, ημερ. 27 Ιανουαρίου, 1999, η οποία κυρώθηκε με το Νόμο 23(III)/2000, και συγκεκριμένα με το Άρθρο 4, αυτού.
Οι πράξεις και ενέργειες οι οποίες αναφέρονται στα πιο κάτω άρθρα της Αδικήματα Σύμβασης συνιστούν αδικήματα τα οποία τιμωρούνται με φυλάκιση επτά ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι £10.000 λιρών ή και με τις δύο αυτές ποινές άνευ επηρεασμού του εκδικάζοντος την υπόθεση δικαστηρίου να επιβάλει Ν. 23(ΠΙ)/2000 οποιαδήποτε άλλη ποινή ή να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα το οποίο θα δύναται να επιβάλει ή εκδώσει κατά την εκδίκαση ποινικών υποθέσεων, και τα άρθρα αυτά είναι:
Ενεργός δωροδοκία οικείων δημόσιων αξιωματούχων.
Δωροληψία από οικείους δημόσιους αξιωματούχους.
Δωροδοκία μελών οικείων δημόσιων οργανισμών.
Δωροδοκία αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών.
Δωροδοκία μελών αλλοδαπών δημόσιων συνελεύσεων.
Ενεργός δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα.
Δωροληψία στον ιδιωτικό τομέα.
Δωροδοκία αξιωματούχων διεθνών οργανισμών.
Δωροδοκία μελών διεθνών κοινοβουλευτικών συνελεύσεων.
Δωροδοκία δικαστών και αξιωματούχων διεθνών δικαστηρίων.
Εμπορία επηρεασμού.
Συγκάλυψη παράνομων εσόδων από αδικήματα διαφθοράς.
Λογιστικά αδικήματα.
Πράξεις συμμετοχής.
Εταιρική ευθύνη.
Εταιρική ευθύνη, δυνάμει του Άρθρου 18, της πιο πάνω Σύμβασης και Κυρωτικού Νόμου.
Corporate liability
Each Party shall adopt such legislative and other measures as may be necessary to ensure
that legal persons can be held liable for the criminal offences of active bribery, trading in
influence and money laundering established in accordance with this Convention,
committed for their benefit by any natural person, acting either individually or as part of
an organ of the legal person, who has a leading position within the legal person, based
on: – a power of representation of the legal person; or – an authority to take decisions on behalf of the legal person; or – an authority to exercise control within the legal person;
as well as for involvement of such a natural person as accessory or instigator in the
above-mentioned offences.
Apart from the cases already provided for in paragraph 1, each Party shall take the
necessary measures to ensure that a legal person can be held liable where the lack of
supervision or control by a natural person referred to in paragraph 1 has made possible
the commission of the criminal offences mentioned in paragraph 1 for the benefit of that
legal person by a natural person under its authority.
Liability of a legal person under paragraphs 1 and 2 shall not exclude criminal
proceedings against natural persons who are perpetrators, instigators of, or accessories
to, the criminal offences mentioned in paragraph 1.
Ενεργός δωροδοκία οικείων δημόσιων αξιωματούχων, δυνάμει του Άρθρου 2, της πιο πάνω Σύμβασης και Κυρωτικού Νόμου.
Active bribery of domestic public officials
Each Party shall adopt such legislative and other measures as may be necessary to
establish as criminal offences under its domestic law, when committed intentionally, the
promising, offering or giving by any person, directly or indirectly, of any undue
advantage to any of its public officials, for himself or herself or for anyone else, for him
or her to act or refrain from acting in the exercise of his or her functions.
Αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, Άρθρα 4 και 5, του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (Ν.188(I)/2007).
4. (1) Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, προβαίνει σε οποιασδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες:
(i) Μετατρέπει, μεταβιβάζει, ή μετακινεί τέτοια περιουσία με σκοπό να αποκρύψει ή, να συγκαλύψει την παράνομη προέλευσή της ή να παράσχει με οποιοδήποτε τρόπο βοήθεια σε πρόσωπο το οποίο είναι αναμιγμένο στη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος για να προβεί το πρόσωπο αυτό σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω πράξεις και ενέργειες ή άλλως ενεργεί για να αποφύγει τις νομικές συνέπειες των πράξεων και ενεργειών του˙
(ii) αποκρύπτει ή συγκαλύπτει την αληθή φύση, την πηγή, τον τόπο, τη διάθεση, την κίνηση, τα δικαιώματα σε σχέση με περιουσία ή με την κυριότητα αυτή˙
(iii) αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία˙
(iv) συμμετέχει, συμπράττει, συνεργάζεται, συνωμοτεί για να διαπραχθεί, ή αποπειράται να διαπράξει και παρέχει συνδρομή και βοήθεια, καθοδήγηση ή συμβουλή στη διάπραξη οποιωνδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται πιο πάνω˙
(v) παρέχει πληροφορίες σχετικά με έρευνες που γίνονται για νομιμοποίηση εσόδων γενεσιουργού αδικήματος με σκοπό να δυνηθεί το πρόσωπο που αποκόμισε όφελος από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος να διατηρήσει τα έσοδα ή τον έλεγχο των εσόδων από τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος,
διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (500000) ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, και με φυλάκιση πέντε ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ (50000) ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω.
(2) Για σκοπούς του εδαφίου (1):
(α) Δεν έχει καμιά σημασία κατά πόσο οι παράνομες δραστηριότητες υπόκεινται ή όχι στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων·
(β) τα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δύνανται να διαπραχθούν και από τους δράστες γενεσιουργών αδικημάτων·
(γ) η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικημάτων που αναφέρονται στο εδάφιο (1) δύνανται να συναχθούν από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις·
(δ) δεν απαιτείται προηγούμενη ή ταυτόχρονη καταδίκη για γενεσιουργό αδίκημα, από το οποίο προήλθαν έσοδα·
(ε) δεν απαιτείται να αποδειχθεί η ταυτότητα του προσώπου που διέπραξε τις παράνομες δραστηριότητες από τις οποίες προήλθαν τα έσοδα·
(στ) καταδίκη για τα αναφερόμενα στο εδάφιο (1) αδικήματα είναι δυνατή σε περίπτωση που με βάση αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις στοιχειοθετείται ότι η περιουσία προήλθε από παράνομες δραστηριότητες, χωρίς να απαιτείται η στοιχειοθέτηση όλων των πραγματικών στοιχείων ή όλων των περιστάσεων που σχετίζονται με τις εν λόγω παράνομες δραστηριότητες.
(3)(α) Νομικό πρόσωπο δύναται να υπέχει ευθύνη για τη διάπραξη οποιουδήποτε εκ των αναφερόμενων στο εδάφιο (1) αδικημάτων, το οποίο τελείται προς όφελός του από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο ενεργεί ατομικά ή ως μέλος οργάνου του νομικού προσώπου και κατέχει διευθυντική θέση εντός αυτού, βάσει-
(i) εξουσίας εκπροσώπησης του νομικού προσώπου,
(ii) εξουσίας λήψης αποφάσεων για λογαριασμό του νομικού προσώπου, ή
(iii) εξουσίας άσκησης ελέγχου εντός του νομικού προσώπου.
(β) Νομικό πρόσωπο υπέχει ευθύνη για τη διάπραξη οποιουδήποτε εκ των αναφερόμενων στο εδάφιο (1) αδικημάτων σε περίπτωση που η απουσία εποπτείας ή ελέγχου από πρόσωπο που καθορίζεται στην παράγραφο (α) κατέστησε δυνατή τη διάπραξη του αδικήματος προς όφελος του εν λόγω νομικού προσώπου από πρόσωπο το οποίο τελεί υπό την εξουσία του.
(γ) Η δυνάμει των διατάξεων των παραγράφων (α) και (β) ευθύνη νομικού προσώπου δεν αποκλείει την ποινική δίωξη φυσικού προσώπου το οποίο είναι αυτουργός, ηθικός αυτουργός ή συνεργός στη διάπραξη οποιουδήποτε εκ των αναφερόμενων στο εδάφιο (1) αδικημάτων.
(4) Σε περίπτωση καταδίκης για αδίκημα που προβλέπεται στην παράγραφο (i), (ii) ή (iii) του εδαφίου (1), οι ακόλουθες περιστάσεις θεωρούνται επιβαρυντικές:
(α) Το αδίκημα διαπράχθηκε στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης:
Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παρα-γράφου, “εγκληματική οργάνωση” έχει την έννοια που απο-δίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 1 της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Απόφαση-Πλαίσιο 2008/841/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 2008, για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος”·
(β) το πρόσωπο είναι υπόχρεη οντότητα και έχει διαπράξει το αδίκημα κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας· και
(γ) η περιουσία που είναι αντικείμενο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες είναι σημαντικής αξίας.
(5) Σε περίπτωση που η διάπραξη οποιουδήποτε εκ των προβλεπόμενων στο εδάφιο (1) αδικημάτων υπόκειται στη δικαιοδοσία περισσότερων του ενός κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οποιοδήποτε από τα εν λόγω κράτη μέλη δύναται εγκύρως να ασκήσει ποινική δίωξη βάσει των ίδιων πραγματικών περιστατικών, τα εν λόγω κράτη μέλη συνεργάζονται, προκειμένου να αποφασίσουν ποιο από αυτά θα προβεί στην ποινική δίωξη του υπόπτου, με σκοπό να συγκεντρωθεί η διαδικασία σε ένα και μόνο κράτος μέλος:
Νοείται ότι, για τον πιο πάνω σκοπό δύναται να λαμβάνονται υπόψη οι ακόλουθοι παράγοντες:
(α) Το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου διαπράχθηκε το αδίκημα·
(β) η υπηκοότητα ή ο τόπος διαμονής του υπόπτου·
(γ) η χώρα καταγωγής του θύματος ή των θυμάτων· και
(δ) το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου εντοπίστηκε ο ύποπτος:
Νοείται περαιτέρω ότι, κατά περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 12 της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Απόφαση-Πλαίσιο 2009/948/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την πρόληψη και το διακανονισμό συγκρούσεων δικαιοδοσίας σε ποινικές υποθέσεις”, το ζήτημα παραπέμπεται στην Eurojust:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, “Eurojust” σημαίνει τη μονάδα που εγκαθιδρύθηκε με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Απόφαση 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με τη σύσταση της Eurojust, προκειμένου να ενισχυθεί η καταπολέμηση των σοβαρών μορφών εγκλήματος”.
(6) Το Δικαστήριο δύναται, επιπρόσθετα από τη χρηματική ποινή που προβλέπεται στο εδάφιο (1), να επιβάλει σε νομικό πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται για τη διάπραξη οποιουδήποτε εκ των αναφερόμενων στο εδάφιο (1) αδικημάτων-
(α) αποκλεισμό από δημόσιες παροχές ή ενισχύσεις·
(β) προσωρινό ή μόνιμο αποκλεισμό από την πρόσβαση σε δημόσια χρημα-τοδότηση, συμπεριλαμβανομένων διαγωνισμών, επιχορηγήσεων και συμβάσεων παραχώρησης·
(γ) προσωρινή ή οριστική απαγόρευση της άσκησης εμπορικής δραστηριότητας·
(δ) δικαστική εκκαθάριση· και
(ε) προσωρινό ή οριστικό κλείσιμο των εγκαταστάσεων που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη του αδικήματος.
5. Γενεσιουργό αδίκημα είναι οποιοδήποτε αδίκημα καθορίζεται ως ποινικό αδίκημα από νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Απόπειρα διάπραξης ποινικού αδικήματος, Άρθρα 366 και 367, του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
366. Όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεση του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεση του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει.
Είναι αδιάφορο, εκτός καθόσον αφορά στην ποινή, κατά πόσο ο υπαίτιος διενήργησε οτιδήποτε το οποίο ήταν αναγκαίο εκ μέρους του για συμπλήρωση της διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή κατά πόσο η πλήρης πραγμάτωση της πρόθεσης του αποτράπηκε λόγω περιστατικών ανεξάρτητων από τη βούληση του ή κατά πόσο υπαναχώρησε εκούσια από την περαιτέρω επιδίωξη της πρόθεσης του.
Είναι αδιάφορο ότι, λόγω περιστατικών που δεν είναι γνωστά στον υπαίτιο, η πραγμάτωση του ποινικού αδικήματος ήταν εξ αντικειμένου αδύνατος.
367. Όποιος αποπειράται να διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος πλημμελήματος εκτός αν προνοείται διαφορετικά.
Παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντας, Άρθρο 134, του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
134. Δημόσιος λειτουργός που εσκεμμένα παραμελεί την εκτέλεση καθήκοντος, το οποίο έχει σύμφωνα με το νόμο υποχρέωση να εκτελέσει, είναι ένοχος πλημμελήματος, νοουμένου ότι η εκτέλεση τέτοιου καθήκοντος δε θα επιφέρει μεγαλύτερο κίνδυνο από εκείνο τον οποίο θα αναμενόταν να αντιμετωπίσει άνθρωπος συνηθισμένου σθένους και ενεργητικότητας.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Το πόρισμα για το «Κράτος Μαφία»: Αυτά είναι τα πρόσωπα και τα ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα που καταγράφει | AlphaNews



