52 χρόνια μετά το προδοτικό πραξικόπημα που έστρωσε το χαλί για την τουρκική εισβολή τα ντοκουμέντα από τα αρχεία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, είναι αδιάψευστος μάρτυρας του ψυχρού κυνισμού με τον οποίο ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ αντιμετώπισε την τύχη ενός λαού.
Ενώ τα μηνύματα που έφθαναν από την Άγκυρα ήταν δυσοίωνα, ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας εξαντλούνταν σε υπολογισμούς με βάση ένα και μόνο κριτήριο: να μην εγκαθιδρυθεί στην Κύπρο ένα καθεστώς που θα έδινε στους κομμουνιστές σημαντικό ρόλο στις εσωτερικές υποθέσεις του νησιού και να μην υπάρξει αφορμή για παρέμβαση των Σοβιετικών στις εξελίξεις στην Κύπρο.
Ενδεικτικά τα πρακτικά της σύσκεψης που έγινε στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, υπό την προεδρία του, στις 18 Ιουλίου 1974.
«Δεν επιθυμούμε να διαμορφωθεί οποιαδήποτε θεωρία ή πολιτική που θα άνοιγε τον δρόμο για σοβιετική επέμβαση, ούτε, από την άλλη πλευρά, να εγκαθιδρυθεί στην Κύπρο ένα καθεστώς που θα έδινε στους κομμουνιστές σημαντικό ρόλο στις εσωτερικές υποθέσεις του νησιού. Παρ’ όλα αυτά, δε θέλουμε προς το παρόν να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο επιστροφής του Μακαρίου.»
Και συνεχίζει: «Όποιες και αν είναι οι απόψεις μας για την ελληνική κυβέρνηση, αν οδηγήσουμε την παρούσα κατάσταση σε κρίση που θα προκαλέσει την ανατροπή της, τότε θα ανοίξουμε τον δρόμο για σοβιετική επέμβαση, θα προκαλέσουμε τουρκική στρατιωτική επέμβαση και θα εγκαινιάσουμε μια πορεία εξελίξεων που δεν θα μπορούμε να διατηρήσουμε ή να ελέγξουμε».
Σε ένα ακόμη τηλεγράφημα της ίδιας ημέρας, με τίτλο «Πραξικόπημα: Βραχυπρόθεσμη πολιτική των ΗΠΑ και μεσοπρόθεσμες εκτιμήσεις», με αποστολέα το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, που έχει υπαγορευθεί από τον ίδιο τον Κίσινγκερ, στο τέλος διατυπώνεται μια σειρά θέσεων που δείχνουν ότι οι Αμερικανοί, αντί να επικεντρωθούν στην αποτροπή μιας τουρκικής εισβολής, η οποία ήταν σαφώς ορατή, εστίαζαν περισσότερο στην αποτροπή ενός ελληνοτουρκικού πολέμου, ενώ φλέρταραν με την ιδέα αναγνώρισης του Νίκου Σαμψών.
«Η καλύτερη ελπίδα που διακρίνουμε για την αποφυγή πολέμου είναι να ενθαρρύνουμε την Τουρκία να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα συμφέροντά της εξυπηρετούνται καλύτερα αν συναλλάσσεται με ένα αδύναμο και πειθήνιο καθεστώς Σαμψών, παρά αν οδηγηθεί σε πόλεμο για την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης, η οποία θα περιλάμβανε και την επαναφορά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, του μεγαλύτερου εχθρού της.»
Αυτή η λανθασμένη εκτίμηση λειτούργησε και καθησυχαστικά, καθώς, όπως αναφέρεται στο συγκεκριμένο τηλεγράφημα, «η Άγκυρα ίσως αρχίσει να θεωρεί ότι τα συμφέροντά της εξυπηρετούνται εξίσου καλά από μια υπάκουη και αδύναμη κυβέρνηση Σαμψών, όσο από μια εισβολή που θα μπορούσε να επαναφέρει στην εξουσία τον μισητό Μακάριο».
Ήταν επιχειρήματα και εκτιμήσεις που κάθε άλλο παρά αρκετά ήταν για να πείσουν την Τουρκία, η οποία είχε αρχίσει ήδη την πολεμική προπαρασκευή για την εισβολή, λιγότερο από δύο εικοσιτετράωρα αργότερα.
Δείτε το ρεπορτάζ του Χριστόφορου Νέστορος:



