Τέσσερα σημεία ξεχωρίζουν από την απάντηση του τέως Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη στην ανακοίνωση της Αρχής κατά της Διαφθοράς για το «Κράτος Μαφία».
Το πρώτο έχει να κάνει με την εξής αντίφαση. Από τη μία υιοθετεί το πόρισμα, λέγοντας ότι αυτό καταρρίπτει τους ισχυρισμούς Δρουσιώτη. Από την άλλη αμφισβητεί τους επιθεωρητές και την κρίση τους, υποστηρίζοντας ότι επηρεάστηκαν από τον λαϊκισμό.
Το δεύτερο, είναι η αναφορά του πως οι κατηγορίες που διερευνήθηκαν δεν τέθηκαν ποτέ ενώπιον του για να απαντήσει. Αν αυτό ισχύει και γιατί συνέβη, είναι κάτι που καλείται να εξηγήσει η ίδια η Αρχή.
Το τρίτο, είναι μία προσπάθεια να διαφανεί ότι βρίσκεται στο στόχαστρο μιας συντονισμένης επίθεσης. Μίλησε για λαϊκούς δικαστές και «κράτος του διαδικτύου», παραβλέποντας ότι οι καταγγελίες για διαφθορά και διαπλοκή αναδείχθηκαν αρχικά από διεθνή μέσα ενημέρωσης.
Το τέταρτο, είναι η έκκλησή του για διορισμό ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών και ανεξάρτητου κατηγόρου. Στο ίδιο πλαίσιο δηλώνει πως, αν τεθεί θέμα ασυλίας, θα την αποποιηθεί στέλνοντας το μήνυμα ότι είναι έτοιμος να ελεγχθεί.
Το βασικό συμπέρασμα είναι άλλο. Υπάρχει το τεκμήριο της αθωότητας και κανείς δεν πρέπει να στήνει λαϊκά δικαστήρια. Κατάφερε όμως ο Νίκος Αναστασιάδης να ανατρέψει την εικόνα που έχει δημιουργηθεί μετά και την ανακοίνωση του πορίσματος σε αυτή την πολύωρη διάσκεψη; Ήταν μία επικοινωνιακή αποτυχία.
Όμως υπάρχει και το ζήτημα της ουσίας. Κάποτε θα πρέπει να εμπεδωθεί στην κουλτούρα μας ότι ο,τι είναι νόμιμο δεν είναι απαραίτητα και ηθικό. Και όταν δεν είναι ηθικό χρειάζεται να υπάρχει πολιτικό λογοδοσία. Μόνο το νομικό κουβάρι που έχει δημιουργηθεί για το πώς θα τύχει χειρισμού το πόρισμα είναι ενδεικτικό της διάβρωσης της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς. Θα ανέμενε κάποιος συνεπώς από τον Νίκο Αναστασιάδη που αποτελεί το κεντρικό πρόσωπο σε αυτή την υπόθεση που έπληξε την εικόνα της χώρας, να λογοδοτήσει πολιτικά, να προχωρήσει και σε κάποιες γενναίες παραδοχές. Όχι να περιοριστεί σε μία δικαστικού τύπου ακρόαση.



