Η συγκυρία των αποφάσεων για ένα αδιέξοδο διαρκείας
Το κλίμα ευφορίας που είχε διαμορφωθεί από επίσημες δηλώσεις, που είχαν αναπαραχθεί από τα διεθνή μέσα την επαύριον της ανακοίνωσης του ειρηνευτικού σχεδίου Τραμπ για τον τερματισμό του πολέμου στη Γάζα, αποδεικνύεται επί του πεδίου πόσο ανεδαφικό υπήρξε. Η στασιμότητα που παρατηρείται ως προς την εφαρμογή του Σχεδίου Τραμπ, η εξαιρετικά εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ Χαμάς και IDF και η ακινησία του Συμβουλίου Ειρήνης, το οποίο δυσκολεύεται να εξασφαλίσει οικονομικούς πόρους ακόμα και για την κάλυψη των λειτουργικών του αναγκών, αποδεικνύουν την ορθότητα της απαισιοδοξίας που εξέφρασα δημόσια ήδη από την επαύριον της δημοσιοποίησης των πρώτων βασικών στοιχείων του σχεδίου που είχε υιοθετηθεί.
Τα μοναδικά θετικά αποτελέσματα που προέκυψαν από την εφαρμογή της πρώτης φάσης του αμερικανικού σχεδίου ήταν η απελευθέρωση όλων των νεκρών και ζωντανών Ισραηλινών ομήρων, η αποφυλάκιση σημαντικού αριθμού Παλαιστινίων κρατουμένων και η παράδοση επίσης σημαντικού αριθμού νεκρών Παλαιστινίων, προκειμένου να μπορέσουν να ταφούν από τους οικείους τους. Ένα πρόσθετο θετικό αποτέλεσμα αποτελεί η αύξηση της ροής ανθρωπιστικής βοήθειας προς τον άμαχο πληθυσμό του θύλακα, αν και χρειάζεται να γίνουν ακόμα πάρα πολλά προκειμένου η καθημερινότητά τους να πλησιάσει έστω και λίγο ένα ανεκτό επίπεδο κανονικότητας.
Σήμερα, με συμπληρωμένους εννέα μήνες από την απελευθέρωση των Ισραηλινών ομήρων και την αποφυλάκιση Παλαιστινίων κρατουμένων, η δεύτερη φάση του Σχεδίου Τραμπ δεν έχει καταφέρει να εφαρμοστεί πέρα από την μερική απόσυρση του IDF στο 70% της έκτασης του θύλακα, με την Χαμάς να συνεχίζει να ελέγχει de facto την υπόλοιπη Λωρίδα της Γάζας, με το Συμβούλιο Ειρήνης να προσπαθεί να αιτιολογήσει την ύπαρξή του. Άλλωστε, δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος της πρόσφατης συνεδρίασής του στην Κύπρο.
Πού βρισκόμαστε σήμερα;
Είναι καιρός να αποτιμήσουμε την κατάσταση που ισχύει σήμερα επί του πεδίου, χωρίς περιττές περιστροφές.
Αναμφίβολα, η καθαυτή επιβίωση της Χαμάς, έστω στο 30% της Γάζας, αποτελεί σήμερα ένα «καρφί στο μάτι» της ισραηλινής πολιτικής ηγεσίας, η οποία αδυνατεί αυτή τη στιγμή να ισχυριστεί ότι η παλαιστινιακή οργάνωση «έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης». Το γεγονός ότι η Χαμάς συνεχίζει να υφίσταται και να διατηρεί τον οπλισμό της, τον οποίον και αρνείται να παραδώσει, αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση Νετανιάχου, μετά από τόσα χρόνια πολέμου, δεν κατάφερε να πραγματώσει τον αρχικό αντικειμενικό σκοπό που είχε ορίσει για τον εαυτό της, από τις 7 Οκτωβρίου 2023 έως σήμερα. Το μόνο που μπορεί να εμφανίσει το Ισραήλ ως επιτυχία είναι ότι, παρά τις κατηγορίες περί γενοκτονίας, οι σποραδικές επιχειρήσεις του IDF με στόχο στελέχη της Χαμάς πραγματοποιούνται κατόπιν της έγκρισης των ΗΠΑ και του διεθνούς επιτελικού κέντρου που η διακυβέρνηση Τραμπ ουσιαστικά επέβαλε, με έδρα την ισραηλινή κωμόπολη Κιριάτ Γκατ – ένα τετελεσμένο που η ισραηλινή αντιπολίτευση ‘χρεώνει’ στον Νετανιάχου ως «παράδοση εθνικής κυριαρχίας» και μάλιστα χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Και είναι γεγονός ότι για πρώτη φορά από τη σύσταση του ισραηλινού κράτους, εγκαθίσταται επί του εδάφους του ένα ξένος στρατιωτικός θεσμός, επιφορτισμένος να επιτηρεί τον IDF εάν οι επιχειρήσεις του δεν παραβιάζουν το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο.
Τι θέλει η Χαμάς
Η Χαμάς, από την πλευρά της, είναι σαφές ότι προσπαθεί να κερδίσει όσο περισσότερο χρόνο μπορεί. Τον τελευταίο μήνα, το Κάιρο έχει καταστεί ο τόπος σειράς παρασκηνιακών συναντήσεων και διαβουλεύσεων των εκπροσώπων της Χαμάς με αξιωματούχους του στρατού και των μυστικών υπηρεσιών της Αιγύπτου, ως επίσης και με εκπροσώπους του Συμβουλίου Ειρήνης. Αίγυπτος και ΗΠΑ προσπαθούν να ασκήσουν πιέσεις στην Χαμάς να παραδώσει τον οπλισμό της, προκειμένου η δεύτερη φάση του Σχεδίου Τραμπ να εφαρμοστεί, με την ανάληψη της διοίκησης του θύλακα από την παλαιστινιακή κυβέρνηση τεχνοκρατών και την έλευση της «Πολυεθνικής Δύναμης Σταθεροποίησης», που θα αποτελείται από στρατιωτικές δυνάμεις της Ινδονησίας, του Καζακστάν, του Κοσόβου και της Αλβανίας στις οποίες, από τις 15/7 συγκαταλέγεται πλέον και το Μαρόκο. Όμως, η Χαμάς έχει καταφέρει να απωθήσει τις πιέσεις, αρχικά προβάλλοντας ενστάσεις ως προς τη σύνθεση της παλαιστινιακής κυβέρνησης τεχνοκρατών και όταν πλέον το ζήτημα αυτό φέρεται να έχει διευθετηθεί, να προβάλει τώρα ισχυρές αντιστάσεις ως προς το ενδεχόμενο παράδοσης του οπλισμού της σε μη-παλαιστινιακές ένοπλες δυνάμεις, όπως π.χ. στην «Πολυεθνική Δύναμη Σταθεροποίησης». Πρόσφατα, η Χαμάς απέρριψε την πρόταση του αιγυπτιακού στρατού να παραδώσει σε εκείνον τον οπλισμό της «για φύλαξη», επιμένοντας ότι επιθυμεί να παραδώσει τα όπλα μόνο σε παλαιστινιακό ένοπλο σώμα, που στη συνέχεια θα μετεξελιχθεί στον τακτικό στρατό του μελλοντικού παλαιστινιακού κράτους – το οποίο, όμως, σήμερα δεν υπάρχει..
Τέλος, η Χαμάς αποφάσισε να προβεί σε μία αναδόμηση της πολιτικής της ηγεσίας, δηλώνοντας πλέον έτοιμη να υποδεχθεί την παλαιστινιακή κυβέρνηση τεχνοκρατών, που τελεί εν μέρει υπό την αιγίδα της Παλαιστινιακής Αρχής. Από την άλλη, όμως, η Παλαιστινιακή Αρχή δεν φαίνεται καθόλου πρόθυμη να αποστείλει διοικητικό προσωπικό που μοιραία προέρχεται από την κυβερνώσα παράταξη της Φατάχ, γνωρίζοντας ότι η αντίπαλη Χαμάς διαθέτει ένοπλη ισχύ. Έτσι, με εφευρετικούς ελιγμούς, το πολιτικό και το στρατιωτικό σκέλος της Χαμάς, από τη μια παρατείνει την ύπαρξή της επί του πεδίου και έχει αποκτήσει σημαντική πείρα να συνδιαλέγεται επιτυχώς με ξένους πολιτικούς και στρατιωτικούς αξιωματούχους και διεθνείς θεσμούς. Με απλά λόγια, η Χαμάς έχει βρει τον τρόπο να διατυπώνει με ποικίλους τρόπους την εξής απλή φράση: «Δεν αφοπλίζομαι επειδή θέλω να υπάρχω». Όλα αυτά, όμως, δεν σημαίνουν ότι η Χαμάς δεν είναι ‘στριμωγμένη’. Φυσικά και είναι.
Τι θέλει το Ισραήλ
Εξίσου στριμωγμένη είναι και η ισραηλινή πλευρά. Παρά την αδιαμφισβήτητη υπεροπλία του, το Ισραήλ δεσμεύεται από τις αμερικανικές αποφάσεις. Μπορεί να έχει προβεί σε πλείστες καταδρομικές επιχειρήσεις, ακόμα και σε περιοχές που ελέγχονται de facto από την Χαμάς, αλλά δεν έχει λάβει την έγκριση να τις ανακαταλάβει. Παράλληλα, καθυστερεί την εγκατάσταση της «Πολυεθνικής Δύναμης Σταθεροποίησης» αποτρέποντας στρατιωτικούς αξιωματούχους των χωρών που θα την συναποτελέσουν να επιθεωρήσουν τις περιοχές που πρόκειται να στείλουν στρατεύματα, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η Χαμάς δεν έχει αφοπλιστεί – και επομένως, για την ώρα τουλάχιστον, η β’ φάση του Σχεδίου Τραμπ είναι αδύνατον να εφαρμοστεί. Τέλος, προωθεί αθόρυβα τις στρατιωτικές του δυνάμεις, επεκτείνοντας ολοένα και περισσότερο την ζώνη που ελέγχει ο IDF επί του πεδίου, με την ανοχή των Αμερικανών.
Την περασμένη εβδομάδα, εκπρόσωποι του IDF που μετέβησαν για διαβουλεύσεις με τους Αιγυπτίους ομολόγους τους στο Κάιρο, φέρονται να ξεκαθάρισαν ότι εάν η Χαμάς δεν αφοπλιστεί «άμεσα», τότε η ισραηλινή ανακατάληψη ολόκληρης της Γάζας θα είναι ζήτημα χρόνου.
Και στο βάθος – Εκλογές
Ο χρόνος, όμως, έχει τον δικό του ρυθμό και τον δικό του ρόλο. Συγκεκριμένα, στις 27 Οκτωβρίου θα πραγματοποιηθούν στο Ισραήλ βουλευτικές εκλογές και η παράταξη Νετανιάχου είναι αναμενόμενο να θελήσει να αποδείξει ότι κατάφερε επιτέλους «να κλείσει» τουλάχιστον ένα από τα πολεμικά μέτωπα που άνοιξε. Γιατί να μην θελήσει να «κλείσει» το μέτωπο της Γάζας, μιας και είναι εκείνο που «άνοιξε» πρώτο;
Από την άλλη, ας μην ξεχνάμε ότι στις 28 Νοεμβρίου στην Παλαιστινιακή Αρχή θα διεξαχθούν βουλευτικές εκλογές, και μάλιστα για πρώτη φορά μετά από δύο δεκαετίες. Η κυβερνώσα παράταξη Φατάχ ανησυχεί πολύ μήπως οι υποψήφιοι που πρόσκεινται στην Χαμάς λάβουν μεγάλα ποσοστά στην Δυτική Όχθη. Για αυτόν τον λόγο, η διακυβέρνηση του Προέδρου Μαχμούντ Αμπάς θα σκεφτεί πάρα πολύ προτού αποφασίσει να εμπλακεί επί του πεδίου στην, ούτως ή άλλως, προβληματική Γάζα. Θα τολμήσει άραγε να αποστείλει εκεί την παλαιστινιακή κυβέρνηση τεχνοκρατών, ή μήπως θα προτιμήσει να «ξεκαθαρίσει» το τοπίο, ακόμα και με μια ακόμα νέα χερσαία ισραηλινή επιχείρηση – και αναλόγως, αργότερα να πράξει όσα πιθανώς θα συνέφεραν πολιτικά και επικοινωνιακά την Φατάχ;
Τέλος, εάν προσθέσουμε στην εξίσωση και τις ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές στις 3 Νοεμβρίου, τότε θα πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι η διακυβέρνηση Τραμπ ίσως θα θελήσει να αποδείξει ότι το Σχέδιο Τραμπ στην Γάζα αρχίζει να αποφέρει κάποια πρώτα απτά αποτελέσματα – ειδικά μάλιστα εάν μέχρι τότε τίποτα το θετικό δεν θα έχει προκύψει στο μέτωπο κατά του Ιράν.