Όλοι επωφελούνται, αλλά όλοι ξέρουν ότι θα λήξει
Από τη στιγμή που άρχισαν οι έμμεσες συνομιλίες ΗΠΑ-Ιράν με την διαμεσολάβηση του Κατάρ και του Πακιστάν, η Μέση Ανατολή δείχνει να διανύει μία περίοδο που θα μπορούσε να περιγραφεί με την φράση «μη-ειρήνη και μη-πόλεμος». Οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις της CENTCOM σε Κόλπο και ευρύτερη περιοχή παραμένουν σε ετοιμότητα, χωρίς να διστάζουν να προβαίνουν σε μεμονωμένα κτυπήματα κατά θέσεων των Φρουρών της Επανάστασης. Αντίστοιχα, το τελευταίο δεκαήμερο παρατηρήθηκαν ιρανικές εκτοξεύσεις drone κατά αμερικανικών θέσεων στο Μπαχρέιν και στο Κουβέιτ, με την Τεχεράνη να προσπαθεί να δημιουργήσει τετελεσμένα στους θαλάσσιους διαδρόμους που όρισε στα Στενά του Ορμούζ. Συγχρόνως, η ιρανική πλευρά επιδιώκει να θεσπίσει τέλη διέλευσης σε συνεργασία με την κυβέρνηση του Σουλτανάτου του Ομάν, η οποία έχει αναλάβει ρόλο κομιστή ανταλλαγής μηνυμάτων μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, χωρίς ωστόσο να επιθυμεί να αναλάβει ρόλο διαμεσολαβητή για τα ζητήματα που έχουν επιληφθεί οι ‘βασικοί διαμεσολαβητές’ της Ντόχας και του Ισλαμαμπάντ.
Η λιβανική πληγή
Την ίδια στιγμή, το Ισραήλ επιδιώκει να σταθεροποιήσει την παρουσία του στον Νότιο Λίβανο, κάτι που ουσιαστικά εξυπηρετεί την φιλοαμερικανική κυβέρνηση της Βηρυτού, η οποία βλέπει τις δυνάμεις του IDF να την «απαλλάσσουν» από το βάρος του αφοπλισμού της Χεζμπολάχ – ένα εγχείρημα που ο τακτικός λιβανικός στρατός, κατά κοινή ομολογία, δεν είναι σε θέση, αλλά ούτε επιθυμεί να πραγματώσει.
Στο μεταξύ, η Συρία του Προέδρου Αλ-Σάρα, απέφυγε με εύσχημο τρόπο να ενθουσιαστεί με την πρόσφατη «ιδέα» του Προέδρου Τραμπ να αναλάβει εκείνη το βάρος του αφοπλισμού της Χεμπολάχ. Η συριακή διστακτικότητα αποτιμάται ως μία ευφυής στρατηγική επιλογή, καθότι μία ευθεία στρατιωτική εμπλοκή της Δαμασκού στις ενδολιβανικές ισορροπίες θα ενοχλούσε τον ισραηλινό παράγοντα, ο οποίος στη συνέχεια θα αποκτούσε το άλλοθι να δράσει ακόμα πιο δυναμικά στην Νότια Συρία, εμπλέκοντας και τον παράγοντα των Δρούζων. Μία τέτοια ακολουθία γεγονότων θα οδηγούσε σε ένα στάτους-κβο μακροχρόνιας κατοχής – ενώ αυτή τη στιγμή, όλα τελούν υπό αίρεση για όλους, ακόμα και για τους Ισραηλινούς.
Η αποδέσμευση των ιρανικών κεφαλαίων
Είναι κοινό μυστικό ότι οι έμμεσες διαπραγματεύσεις Ιράν-ΗΠΑ είναι εξαιρετικά πιθανόν να μην οδηγήσουν πουθενά. Παρότι η παρορμητική στρατιωτική ηγεσία των Φρουρών της Επανάστασης έχει εμπεδώσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ωστόσο δείχνει να αντιλαμβάνεται ότι η ευκαιρία μίας, έστω μερικής, αποδέσμευσης ιρανικών κεφαλαίων εκ μέρους των Αμερικανών, δεν πρέπει να χαθεί. Η διαρροή που μεταδόθηκε από σαουδαραβικά ΜΜΕ στα μέσα της προηγούμενης εβδομάδας, σύμφωνα με την οποία οι ΗΠΑ φέρονται να συμφωνούν να αποδεσμεύσουν ιρανικά κεφάλαια ύψους 3 δισ. δολαρίων (από τα 24 δισ. που υπολογίζονται συνολικά) δεν διαψεύσθηκε από καμία πλευρά. Εάν λάβουμε υπόψιν πρόσφατες δηλώσεις του εκπροσώπου Τύπου του ιρανικού Υπουργείου Εξωτερικών, Εμπραήμ Μπακαΐ, ότι δηλαδή «πρώτιστο ζήτημα προς διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ είναι η ανάκτηση του ελέγχου στα ιρανικά κεφάλαια», αποδεικνύεται η σημασία που προσδίδει η ιρανική πολιτική ηγεσία στο όλο θέμα, με αποτέλεσμα οι Φρουροί της Επανάστασης να αναγκάζονται να αντιληφθούν πως, τουλάχιστον προς το παρόν, τα όπλα οφείλουν να σιγήσουν. Τέλος, δεν χρειάζεται να εξηγηθεί περαιτέρω πόσο σημαντικό είναι για τις διεθνείς αγορές και τους δείκτες των διεθνών χρηματιστηρίων να διατηρηθεί ένα – έστω προσωρινό – κλίμα «μη-πολέμου» στα Στενά του Ορμούζ.
Αλλά ας μην παρασυρόμαστε. Υπάρχουν πρόσθετοι παράγοντες που εξυπηρετούν την περίοδο «μη-ειρήνης και μη-πολέμου» που διανύουμε.
«Άρτος και Θεάματα» σε ΗΠΑ, Ιράν και Ισραήλ
Οι εξαιρετικά συχνές δημόσιες τοποθετήσεις του Προέδρου Τραμπ, που υποστηρίζουν ότι «όλα βαίνουν καλώς» και πως «η συμφωνία με το Ιράν είναι πολύ κοντά», προσπαθούν να επικαλύψουν επικοινωνιακά την αγωνία του Λευκού Οίκου ότι οι έμμεσες συνομιλίες με το Ιράν κάποτε θα λήξουν χωρίς αποτέλεσμα. Ο ορατός ορίζοντας είναι το πέρας της 60ήμερης προθεσμίας που τοποθετείται στις 21 Αυγούστου. Ακόμα και το ενδεχόμενο μίας επιπλέον παράτασης της τρέχουσας περιόδου «μη-ειρήνης και μη-πολέμου» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα επιτευχθεί τελική συμφωνία, καθιστώντας εν τέλει αναγκαία την ανάληψη στρατιωτικής δράσης που δεν θα μπορεί να έχει γυρισμό. Για την ώρα, με τις τιμές των αγορών να έχουν επανέλθει σε προπολεμικά επίπεδα, το Μουντιάλ στις ΗΠΑ και οι εορτασμοί της 250ης επετείου της ανεξαρτησίας των Ηνωμένων Πολιτειών, προσφέρει άπλετο άρτο και άπλετα θεάματα στην αμερικανική (και διεθνή) κοινή γνώμη. Τι θα γίνει όμως όταν οι τηλεοπτικοί προβολείς στα ποδοσφαιρικά γήπεδα πέσουν;
Από ιρανικής πλευράς, μπορεί να προβάλλεται η διαδικασία ενταφιασμού της σορού του τέως Ηγέτη της Επανάστασης, Αλί Χαμενεΐ, ως επίδειξη ισχύος έναντι των ΗΠΑ, αφού επελέγη η έναρξή της να συμπέσει με την εθνική γιορτή των Αμερικανών Ιμπεριαλιστών (διήμερο 3ης και 4ης Ιουλίου). Η έλευση εκπροσώπων ξένων κυβερνήσεων στην Τεχεράνη για να τιμηθεί η μνήμη του δολοφονηθέντος εθνικού ηγέτη αξιοποιείται επικοινωνιακά για εσωτερική κατανάλωση. Αξιοποιείται όμως και διπλωματικά, δίνοντας την ευκαιρία στην ιρανική διπλωματία να αξιοποιήσει ποικιλοτρόπως την παρουσία ξένων αξιωματούχων για να κινήσει νήματα που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν δύσκολο να διαχειριστεί.
Αλλά και από ισραηλινής πλευράς η τρέχουσα περίοδος «μη-ειρήνης και μη-πολέμου» είναι εξαιρετικά σημαντική. Όπως ακριβώς οι ΗΠΑ «εξυπηρετούνται» αυτό το καλοκαίρι από τον παράγοντα «Αθλητισμός», κατά περίεργη σύμπτωση ισχύει ακριβώς το ίδιο και για το Ισραήλ. Από την 1η έως τις 13 Ιουλίου διεξάγονται στο Ισραήλ οι αθλητικοί αγώνες της 22ης Μακκαβιάδας, στους οποίους συμμετέχουν 8.000 αθλητές της Εβραϊκής Ομογένειας από 55 χώρες (περιλαμβανομένης και της Ελλάδας). Είναι ξεκάθαρο ότι, ειδικά αυτήν την περίοδο, η ισραηλινή κυβέρνηση θέλει να προβάλει την χώρα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο προς τους Εβραίους ομογενείς αθλητές και να μην τους αναγκάσει να τρέχουν ξαφνικά στα καταφύγια.
Πέραν αυτού όμως, σε αυτό το διάστημα «μη-πολέμου», τόσο ο Νετανιάχου, όσο και τα κόμματα της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης έχουν την ευκαιρία να ζυγίσουν τις στρατηγικές τους επιλογές ενόψει των βουλευτικών εκλογών του Οκτωβρίου. Η περίοδος που διανύουμε είναι ιδεώδης για τα κομματικά επιτελεία να προετοιμάσουν τα ψηφοδέλτιά τους αλλά και την επικοινωνιακή τους καμπάνια, που σε αυτήν την εκλογική αναμέτρηση θα επικεντρωθεί στο τι κατάφερε και στο τι δεν κατάφερε η κυβέρνηση Νετανιάχου στα πολεμικά μέτωπα – τη στιγμή μάλιστα που όλα παραμένουν ανοιχτά.
Στρατιωτικές προετοιμασίες σε πλήρη εξέλιξη
Ωστόσο, και πάλι δεν πρέπει να παρασυρόμαστε. Η κατάσταση «μη-πολέμου και μη-ειρήνης» που διανύουμε κάποια στιγμή θα λήξει και οι περιφερειακοί δρώντες έχουν ήδη αρχίσει να προετοιμάζονται. Στις αρχές της περασμένης εβδομάδας ο IDF ανακοίνωσε ότι ολοκλήρωσε την τεχνική αναβάθμιση του Σιδερένιου Θόλου. Οι δηλώσεις των Νετανιάχου και Κατς για «παραμονή του στρατού στον Νότιο Λίβανο και στην Νότιο Συρία θα διαρκέσει για όσο χρόνο χρειαστεί, και μάλιστα ανεξαρτήτως των αμερικανικών προθέσεων» δεν αποτελούν απλό σχήμα λόγου. Η διαρροή απόρρητης έκθεσης των στρατιωτικών υπηρεσιών ασφαλείας με αποδέκτη τον αρχηγό του IDF, υποστράτηγο Εγιάλ Ζαμίρ, σύμφωνα με την οποία η Χαμάς φέρεται να ενδυναμώνεται και να στρατολογεί ενόπλους με στόχο να προβεί «σε νέα επίθεση τύπου 7ης Οκτωβρίου», στην πραγματικότητα στοχεύει να προετοιμάσει την ισραηλινή κοινωνία ότι το θέμα της Γάζας δεν έκλεισε. Επίσης, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η πρόσφατη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ειρήνης στην Κύπρο δεν έτυχε απολύτως (μα απολύτως!) καμίας δημοσιογραφικής κάλυψης ή σχολιασμού εκ μέρους των ισραηλινών μέσων ενημέρωσης, καταδεικνύοντας ότι η ισραηλινή κυβέρνηση ούτε ποτέ περίμενε, αλλά και συνεχίζει να μην περιμένει τίποτα από το Σχέδιο Τραμπ για τερματισμό του πολέμου στη Γάζα.
Τέλος, λαμβάνοντας υπόψιν το κεκαλυμμένο (αλλά καθ’ όλα πραγματικό) κλίμα πολεμικής προετοιμασίας στο Ισραήλ, θα ήταν αφελές να θεωρηθεί ότι το Ιράν δεν διάγει παρόμοια περίοδο προετοιμασίας.
Έτσι, είναι απολύτως ξεκάθαρο ότι η παρούσα περίοδος «μη-ειρήνης και μη-πολέμου» θα τελειώσει, με τις πιθανότητες επανέναρξης των στρατιωτικών επιχειρήσεων να παραμένουν εξαιρετικά αυξημένες.