Η «Σάντη» μάς έβαλε μπροστά στον καθρέφτη. Το αν θα κοιτάξουμε τη μάπα μας ή θα κλείσουμε ξανά τα μάτια, είναι υπόθεση του καθενός
Η ιστορία της Σάντη, πέραν των γνωστών προεκτάσεών της, θα μπορούσε να καταγραφεί ως ένα μεγάλο κοινωνικό πείραμα. Έχει όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία αξίζουν μελέτης από ειδικούς κοινωνιολόγους για το πόσο γρήγορα και σε ποια βάση μια κοινωνία οδηγείται σε οριστικά συμπεράσματα για μεγάλα ή και μικρότερα θέματα. Μια «βόμβα» που σκάει ξαφνικά, περιέχει όλα τα στοιχεία ερεθισμού των απόκρυφων φετίχ του καθενός και μετατρέπεται αίφνης στο στοιχείο απόλυτης θέσης και άποψης.
Δημοσίευσε ο Μακάριος Δρουσιώτης ένα κείμενο 4.000 λέξεων με ευθείες και βαριές κατηγορίες εναντίον πρόσωπων και καταστάσεων. Ένα κείμενο που δεν είναι δημοσιογραφικό για τον απλούστατο λόγο ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να δημοσιευτεί σε μια εφημερίδα που τηρεί κάποιους κανόνες δημοσιογραφικής δεοντολογίας και νομικής ευθύνης. Γι’ αυτό άλλωστε δημοσιεύτηκε στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης όπου ο καθένας λέει ό,τι θέλει «κι όποιον πάρει ο χάρος». Η πρώτη ανάγνωση δεν μπορούσε παρά να προκαλέσει σοκ. Τα όσα στραβά συνέλεξε μέχρι σήμερα το μυαλό του καθενός (συλλογικά αλλά και προσωπικά), βρήκαν απάντηση μέσα στα δωμάτια της παιδεραστίας, στις επαύλεις της ακολασίας και τις σκοτεινές αίθουσες της Μασωνίας. Αυτά σε πρώτο επίπεδο αντίδρασης του μυαλού.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο σκέψης, ωστόσο, το μυαλό όφειλε να επιστρέψει στη λογική. Και να διερωτηθεί μερικά απλά πράγματα:
-Καλά, όλη αυτή η σκοτεινή συμμαχία Μασώνων και παιδεραστών, είναι τόσο αφελής που να ανταλλάζει -φόρα παρτίδα- τα όσα βρώμικα έκανε με μηνύματα στα κινητά;
-Όλοι αυτοί οι δολοπλόκοι που έλεγχαν όλο το σύστημα, έδιναν εμπιστοσύνη σε μια κοπέλα, έτσι ώστε να μοιράζονται μαζί της τα μυστικά τους;
-Όλη αυτή η «βρώμικη οργάνωση», είναι δυνατό να φοβόταν την κοπέλα αυτή μήπως τους αποκαλύψει και να δείχνει αδυναμία να την χειριστεί;
-Ένα πρόσωπο (η Σάντη) που εμφανίζεται, εξαφανίζεται, αλλάζει τηλέφωνα, φλερτάρει… (σχέση με Ν. Κληρίδη και Μ. Δρουσιώτη) μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστος μάρτυρας πάνω στον οποίο να στηριχθούν τόσο βαριές κατηγορίες;
-Ένας πρώην πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα δεχόταν να κατατεθεί στο λογαρισμό του ένα ποσό 500 χιλιάδων ευρώ χωρίς να ανησυχεί ότι αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει υποψίες;
Αυτά είναι πολύ λίγα ερωτήματα που θα μπορούσαν να εγερθούν έτσι ώστε ο μηχανισμός της λογικής να επανέλθει και -αν μη τι άλλο- να επιλέξει την επιφύλαξη αντί της ταύτισης. Στο κάτω κάτω, σε μια τόσο μεγάλη ιστορία, θα ανέμενε κάποιος να δει πως θα αντιδράσουν όσοι κατονομάζονται και ποια νεότερα στοιχεία θα βγουν στην επιφάνεια μετά την πρώτη έκπληξη. Για ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν λειτούργησε. Ούτε καν όταν αποκαλύφθηκε ότι τα παιδιά δεν ήταν τρία αλλά ένα, όταν η αυτοκτονία του πατέρα δεν έδειχνε να έχει σχέση, όταν οι φωτογραφίες ήταν του διαδικτύου, όταν τα ηχητικά έμπαζαν από παντού, όταν τα μηνύματα παρουσίαζαν σοβαρά τεχνικά κενά και πολλές αντιφάσεις. Οι περισσότεροι ταυτίστηκαν αμέσως και οι λιγότεροι αμφισβήτησαν αμέσως. Και κάπως έτσι μοιραστήκαμε και πάλιν στους μεν και τους δε. Κι έτσι θα μείνουμε, όπου κι αν καταλήξει αυτή η υπόθεση. Γιατί ακόμα και εκείνο το «συγνώμη φίλε, έκανα λάθος» απουσιάζει από τη δική μας ψυχοσύνθεση η οποία βρίσκει πιο εύκολο να κατηγορήσει όλο τον πλανήτη αλλά όχι τους εαυτούς μας. Απότοκο ενδεχομένως και του τρόπου με τον οποίο προσεγγίσαμε από την πρώτη στιγμή τη μεγαλύτερή μας πληγή, το Κυπριακό.
Είναι προφανές πως έχουμε μετατραπεί σε μια κοινωνία των άκρων. Μας ηδονίζει η αντιπαράθεση και μας απωθεί η σύνθεση. Μας ελκύει η συνωμοσία και μας ενοχλεί η λογική. Γι’ αυτό και μετατρέψαμε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, από μια ευκαιρία διαλόγου, ζύμωσης ιδεών, αντιπαράθεσης επιχειρημάτων, σε μια αρένα αλληλοεξόντωσης.
Ειδικός δεν είμαι. Έχω όμως την αίσθηση ότι διανύουμε μια περίοδο βαθιάς, συλλογικής κατάθλιψης. Όταν βλέπουμε τα πάντα μαύρα, χωρίς καμίαν απολύτως προοπτική και όταν τρίβουμε τα χέρια κάθε φορά που πιστεύουμε πως όλο το οικοδόμημα καταρρέει, δεν μπορεί όλο αυτό να είναι φυσιολογικό. Και, σίγουρα, δεν εξηγείται με το απλό επιχείρημα «είδαν πολλά τα μάτια μας». Την ίδια στιγμή, όταν αισθανόμαστε την ανάγκη να μπούμε σε κάποιο «κάστρο ομοϊδεατών» για να πολεμήσουμε τους αντιπάλους αλλά και για να νιώσουμε ασφαλείς ότι είμαστε μόνοι, είναι προφανές πως καταργήσαμε το δικό μας προσωπικό δικαίωμα στη σκέψη και τον προβληματισμό.
Η «Σάντη» μάς έβαλε μπροστά στον καθρέφτη. Το αν θα κοιτάξουμε τη μάπα μας ή θα κλείσουμε ξανά τα μάτια, είναι υπόθεση του καθενός.
*Από το τραγούδι του αξέχαστου Πανούση «Αχ Ευρώπη»