Η πολιτική παύει έτσι να είναι κοινή υπόθεση και μετατρέπεται σε κάτι ξένο ή μάταιο
Η κυπριακή κοινωνία μοιάζει να έχει περιέλθει σε μια κατάσταση πολιτικής αφασίας. Δεν πρόκειται απλώς για κόπωση, ούτε μόνο για απογοήτευση απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Είναι κάτι βαθύτερο. Είναι η αδυναμία συλλογικής αντίδρασης, η απουσία σοκ, η έλλειψη κινητοποίησης ακόμη και μπροστά σε γεγονότα, αποκαλύψεις και εξελίξεις που σε άλλες κοινωνίες θα προκαλούσαν δημόσιο διάλογο, πίεση και απαίτηση για λογοδοσία. Τουλάχιστον!
Στην Κύπρο, τα ερεθίσματα διαδέχονται το ένα το άλλο. Σκάνδαλα, θεσμικές αστοχίες, κοινωνικές ανισότητες, αδιέξοδα στην πραγματική οικονομία, κρίσεις στην υγεία και στο κράτος δικαίου. Κι όμως, η αντίδραση παραμένει περιορισμένη, αποσπασματική, σχεδόν αμήχανη – όταν υπάρχει. Για λίγες ημέρες μπορεί να υπάρξει θόρυβος, κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μετά, η συζήτηση σβήνει. Το επόμενο θέμα την αντικαθιστά, χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική επεξεργασία, χωρίς συνέπειες, χωρίς συνέχεια.
Αυτό που επικρατεί είναι ένα μείγμα αδιαφορίας, αποστασιοποίησης και απαξίωσης. Πολλοί πολίτες δεν πιστεύουν πλέον ότι η συμμετοχή τους μπορεί να αλλάξει κάτι. Άλλοι θεωρούν ότι όλα είναι προαποφασισμένα. Άλλοι έχουν αποσυρθεί στον ιδιωτικό τους χώρο, αναζητώντας ατομικές λύσεις σε συλλογικά προβλήματα. Η πολιτική παύει έτσι να είναι κοινή υπόθεση και μετατρέπεται σε κάτι ξένο ή μάταιο.
Ταυτόχρονα, η κοινωνία κατακερματίζεται σε μικροσυμφέροντα. Επαγγελματικές ομάδες, τοπικές κοινότητες, οικονομικά δίκτυα, κομματικά περιβάλλοντα και κλειστοί κύκλοι ενδιαφέρονται κυρίως για όσα αγγίζουν τον δικό τους περίβολο. Το ερώτημα δεν είναι τι συμβαίνει στη χώρα, αλλά πώς επηρεάζεται η δική μας ομάδα, η δική μας θέση, η δική μας άνεση. Έτσι, η έννοια του κοινού συμφέροντος αποδυναμώνεται. Η κοινωνική ευαισθησία γίνεται επιλεκτική. Η δικαιοσύνη ζητείται όταν μας αφορά. Η διαφάνεια απαιτείται όταν πλήττει τους άλλους.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι μόνο η πολιτική απάθεια. Είναι η απώλεια κοινωνικής συνοχής. Όταν δεν υπάρχει κοινός δημόσιος χώρος συζήτησης, δεν υπάρχει ούτε πραγματική συνύπαρξη. Η κοινωνία γίνεται άθροισμα παράλληλων μονόλογων. Ο καθένας μιλά στους δικούς του, θυμώνει με τους απέναντι και αδιαφορεί για τους υπόλοιπους. Χάνεται έτσι η δυνατότητα να διαμορφωθεί μια κοινή γλώσσα για τα μεγάλα προβλήματα του τόπου.
Μια κοινωνία όμως που δεν σοκάρεται από τίποτα κινδυνεύει να αποδεχθεί τα πάντα. Όχι επειδή συμφωνεί, αλλά επειδή έχει πάψει να πιστεύει ότι αξίζει να αντιδράσει. Αυτή είναι η πιο ανησυχητική μορφή παρακμής. Όχι η σύγκρουση, αλλά η σιωπή. Όχι η διαφωνία, αλλά η παραίτηση.
Η Κύπρος χρειάζεται επειγόντως να βρεί τον δημόσιο χώρο της. Να μάθει να συζητά, να συγκρούεται πολιτισμένα, να ακούει, να απαιτεί και να συνδέει τα επιμέρους με το συνολικό. Χωρίς αυτή την επανασύνδεση, η κοινωνία θα συνεχίσει να λειτουργεί σαν ένα σύνολο κλειστών αυλών, χωρίς κοινό ορίζοντα και χωρίς συλλογική δύναμη.
*Κεντρική φωτογραφία: Κραυγή, του Έντβαργκ Μουνκ