Εκεί όπου ο άνθρωπος με εξουσία είναι πλέον πεπεισμένος ότι είναι ανώτερος των υπολοίπων, ότι είναι άτρωτος και ότι μπορεί να είναι και υπεράνω του νόμου
Παλιά λεγόταν για τον ελεγκτή στα λεωφορεία. Έναν άνθρωπο που είχε την ευθύνη ελέγχου των εισιτηρίων. Μια υποτυπώδης δουλειά -χωρίς να υποτιμούμε κανένα επάγγελμα- που έδινε όμως την «εξουσία» σε κάποιους να αγριεύουν και να εξευτελίζουν ένα -για παράδειγμα- 13χρονο μαθητή που δεν χτύπησε εισιτήριο ή μια γριούλα που επίσης «παρανόμησε». Στα μάτια του ελεγκτή, ο μαθητής ή η γριούλα δεν ήταν άνθρωποι με κάποια ιστορία που δικαιολογούσε την «παράβαση», ήταν θύματα στα δικά του χέρια. Η ελάχιστη εξουσία που μπορεί να ασκεί ένας άνθρωπος σε άλλους, αναδεικνύει τον χαρακτήρα και το ποιόν του.
Το ίδιο συμβαίνει με τον δημόσιο υπάλληλο που οφείλει να σε εξυπηρετήσει, τον αστυνομικό που θα σε σταματήσει, το νοσοκόμο που θα σε φροντίσει. Κι όσο ανεβαίνουμε στην κλίμακα της εξουσίας, τόσο κακοφορμίζει η δύναμη σε ανάξια χέρια.
Η ανακοίνωση της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς για το «Κράτος Μαφία» ανέδειξε όλο το σάπιο που μαζεύεται στα ανώτερα δώματα της εξουσίας. Ένας δικαστής βγάζει αποφάσεις κατ’ εντολή ενός δικηγόρου και -σε αντάλλαγμα- βολεύει τη γυναίκα του στο γραφείο του δεύτερου με «υψηλές απολαβές». Ένας τέως Πρόεδρος αισθάνεται την άνεση να παρεμβαίνει σε -κατά τ’ άλλα- ανεξάρτητες αρχές για να εξασφαλίζει «πιστοποιητικά έντιμου βίου». Το γραφείο ενός τέως Προέδρου φέρεται να εμπλέκεται σε παράνομες δραστηριότητες που ενδέχεται να συνιστούν καταδολίευση ακόμα και του κράτους το οποίο κυβερνά ο εν λόγω Πρόεδρος και η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το πότε και πως «αποχώρησε» από το γραφείο που συνεχίζει να φέρει το όνομά του και του οποίου μέτοχοι είναι τα παιδιά του. Ένας υπουργός κάνει τα στραβά μάτια σε μια συναλλαγή με την Εκκλησία, ζημιώνοντας το κράτος το οποίο υπηρετεί. Ένας Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας κάνει τα χατίρια ενός μεγαλοδικηγόρου αδιαφορώντας για την αποστολή που ανέλαβε ως θεματοφύλακας του νόμου. Ένας βουλευτής εξυπηρετεί και προωθεί ιδιωτικά επιχειρηματικά συμφέροντα σε βάρος ενδεχομένως κάποιου ανυπεράσπιστου πολίτη. Και μια διορισμένη επικεφαλής ενός οργανισμού με αποστολή την καταπολέμηση του οικονομικού εγκλήματος, εμφανίζεται να «ξεπλένει» σε χρόνο ρεκόρ την ανώτερη εξουσία.
Όλα αυτά τα παραδείγματα περιγράφουν με τον καλύτερο τρόπο το «σύνδρομο της ύβρεως». Εκεί όπου ο άνθρωπος με εξουσία είναι πλέον πεπεισμένος ότι είναι ανώτερος των υπολοίπων, ότι είναι άτρωτος και ότι μπορεί να είναι και υπεράνω του νόμου. Η δε συνεργασία όλων αυτών, οικοδομεί την κάστα της εξουσίας η οποία είναι διαχρονική και δεν μεταβάλλεται ουσιαστικά από πολιτικές διαφοροποιήσεις. Άλλωστε, η συγκεκριμένη κάστα καταλήγει να θεωρεί τον εαυτό της υπέρτερη κυβερνήσεων, θεσμών και νόμων. Και, κάπως έτσι, στήνεται ο ιστός της αράχνης.
Μια αράχνη όμως που δεν πλέκει μόνο τον ιστό της εξουσίας με την έννοια που αποδίδαμε κάποτε στον ελεγκτή του λεωφορείου. Του ανθρώπου δηλαδή που θέλει να δείξει λίγο ανώτερος των υπολοίπων. Πλέκει τον ιστό του προσωπικού συμφέροντος που έχει να κάνει με το χρήμα. Στις περισσότερες υποθέσεις που ανέδειξε η ανακοίνωση της Αρχής, κοινός παρονομαστής είναι το χρήμα. Που όσο περισσότερο είναι, τόσο πιο πολύ ικανοποιεί τα κατώτερα ένστικτα του ανθρώπου που θέλει να ξεχωρίζει όχι γιατί το αξίζει αλλά γιατί φρόντισε να φωτίσει την ανυπαρκτότητά του.
Και, κάπως έτσι, φθάνουμε στην αρχική διαπίστωση: η ελάχιστη εξουσία που μπορεί κάποιος να ασκήσει, αναδεικνύει το πραγματικό ποιόν του. Όταν η εξουσία δεν είναι ελάχιστη αλλά μέγιστη, καταλήγουμε στο -παλαιόθεν- φαινόμενο της διαφθοράς.
Διότι, τελικά, «η εξουσία δεν διαφθείρει τους ανθρώπους, οι άνθρωποι διαφθείρουν την εξουσία» – William Gaddis (Αμερικανός συγγραφέας).