weather widget icon
28.9 °C
ΚΥΡΙΑΚΗ
30.08.2026 7:10
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter

ALPHA της Κυριακής

ΜΑΡΙΟΣ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ

ΜΑΡΙΟΣ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ

Έναν αιώνα μετά τη δημιουργία του, εξακολουθεί να αποτελεί ζωντανό κομμάτι της Λευκωσίας λειτουργώντας ως τόπος συνάντησης, σύμβολο εκσυγχρονισμού, αλλά και χώρος στον οποίο διαφορετικές ομάδες διεκδικούν, κατά καιρούς, την παρουσία και την ορατότητά τους

Η δημιουργία του πρώτου Δημόσιου Κήπου της Λευκωσίας είναι άρρηκτα δεμένη με τις αλλαγές που επέφερε η βρετανική διοίκηση στον αστικό ιστό της πρωτεύουσας. Πρώτη ενέργεια που σηματοδότησε αυτή την αλλαγή ήταν η εγκατάσταση του Αρμοστείου (η μετεξέλιξή του είναι το Προεδρικό Μέγαρο) στον λόφο των φιδιών νοτιοδυτικά των τειχών, ήδη από το 1878. Η απόφαση αυτή βασίστηκε στην εκτίμηση ότι η παλαιά πόλη ήταν χαώδης, βρώμικη και ανθυγιεινή. Αρχής γενομένης με το Αρμοστείο και αμέσως μετά την Αρχιγραματεία, οι αρχές κινητοποίησαν δυναμικές για έξοδο της πόλης από τα τείχη, υποστηρίζοντας, ταυτόχρονα, τη διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου σύμφωνα με τα δικά τους πρότυπα υγιεινής, αισθητικής και κοινωνικής τάξης.

Στις 1879 έγινε το πρώτο άνοιγμα επί των τειχών δίπλα στην πύλη Πάφου δημιουργώντας ένα οδικό άξονα που ένωνε τις υπηρεσίες που παρέμειναν εντός των τειχών (Διοικητήριο), την Αρχιγραμματεία και το Αρμοστείο. Η περιοχή έξω από την Πύλη Πάφου βρέθηκε στο επίκεντρο των μετακινήσεων γεγονός που ανέδειξε αμέσως την οχληρία από την εκεί παρουσία του Βυρσοδεψείου που βρισκόταν λίγα μέτρα νότια της Πύλης Πάφου (στην βορειονατολική είσοδο του παρόντος Κήπου). Η έντονη δυσοσμία που αναδυόταν, προκάλεσε αντιδράσεις από κατοίκους της πόλης, οι οποίοι με σχετικό διάβημα υπογεγραμμένο από 112 επιφανείς πολίτες προς τις αρχές ζήτησαν τη μετακίνησή του «διά το γενικόν καλόν». Παρά τις έντονες αντιδράσεις των βυρσοδεψών, που φοβούνταν για την επιβίωση των οικογενειών τους, η βρετανική διοίκηση προχώρησε στη μετεγκατάσταση της βιοτεχνίας το 1886, ανοίγοντας τον δρόμο για την ανάπλαση της περιοχής.

Μια πορεία εξωραϊσμού

Η ευκαιρία για έναν πιο φιλόδοξο εξωραϊσμό παρουσιάστηκε το 1897, με το αδαμάντινο ιωβηλαίο της βασίλισσας Βικτώριας. Συγκροτήθηκε τότε ειδική Επιτροπή, η οποία εισηγήθηκε τη δημιουργία Δημόσιου Κήπου νότιως της Πύλης Πάφου. Ανάμεσα στα προσόντα της περιοχής ήταν και η προσβασιμότητα της από όλες τις κοινότητες της πόλης. Είναι ενδιαφέρον ότι ο χώρος που προτάθηκε αρχικά ήταν απέναντι από τον σημερινό Κήπο και οριοθετήτο από την Πύλη Πάφου, την Μάνα του Νερού (εκεί όπου κτίστηκε αργότερα το Αρχαιολογικό Μουσείο και το αρχοντικό κτίριο στην συμβολή των -νυν- οδών Αιγύπτου και Διαγόρου). Το έργο δεν ολοκληρώθηκε άμεσα καθότι υπήρχαν αρκετές ιδιωτικές περιουσίες εκεί, κατά βάση τουρκοκυπριακές και η διαδικασία απαλλοτρίωσής τους δεν ήταν απλή. Το 1901, με τον θάνατο της Βικτώριας, το σχέδιο εντάχθηκε στις εκδηλώσεις μνήμης της, ενώ η αποικιακή κυβέρνηση ήθελε να κινηθεί με γοργότερους ρυθμούς για την υλοποίησή του. Έτσι ανέλαβε με δικά της έξοδα να τοποθετήσει τον Κήπο στο χώρο που είχε ήδη διαθέσιμο μετά την μετακίνηση του Βυρσοδεψείου, ο οποίος περιελάμβανε και «μεγάλης αξίας έκταση μετά 229 δέντρων» που παραχωρήθηκε από το Δημαρχείο. Ο Κήπος μπήκε κάτω από την αρμοδιότητα του Τμήματος Γεωργίας, το οποίο διηύθυνε ο ελληνικής καταγωγής Παναγιώτης Γεννάδιος, πρωτοπόρος του αγροτικού εκσυγχρονισμού της Κύπρου.

Ο Κήπος σε λειτουργία

Στις 9 Αυγούστου 1902, ο Κήπος εγκαινιάστηκε πανηγυρικά, στο πλαίσιο των εορτασμών για την ενθρόνιση του νέου βασιλιά Εδουάρδου Ζ΄.Η εκδήλωση αποτέλεσε γεγονός για τη Λευκωσία. Παρόντες ήταν κυβερνητικοί αξιωματούχοι, ο δήμαρχος Αχιλλέας Λιασίδης και πλήθος κόσμου. Ο ενθουσιασμός ήταν διάχυτος, με τις εφημερίδες να καταγράφουν τις «ουρανομήκεις ζητωκραυγές υπέρ των Άγγλων Βασιλέων». Για μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινότητας, η συνεργασία με τη βρετανική διοίκηση φάνταζε τότε ως δρόμος προς την πρόοδο, αλλά και πιθανή οδός προς την εθνική αποκατάσταση. Οι σκέψεις για δυναμική σύγκρουση με Βρετανούς δεν υπήρχαν, τότε, ούτε στα πιο ριζοσπαστικά μυαλά.

Ο Δημόσιος Κήπος δεν ήταν απλώς ένας χώρος αναψυχής, αλλά το επίκεντρο μιας συνολικής προσπάθειας εκμοντερνισμού. Φιλοξένησε, μεταξύ άλλων, γεωργικές εκθέσεις, στις οποίες βραβεύονταν οι καλύτεροι παραγωγοί καθώς και την υποδομή του φυτωρίου που υποστήριζε τον εκσυγχρονισμό της αγροτικής παραγωγής. Σύντομα, ο Κήπος πλαισιώθηκε από το Αρχαιολογικό Μουσείο και την Αγγλική Σχολή (νυν Επαρχιακό Δικαστήριο) συγκροτώντας ένα νέο κέντρο εξουσίας και πολιτισμού εκτός των τειχών. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 το τοπίο συμπληρώθηκε από το υπερσύγχρονο για την εποχή Γενικό Νοσοκομείο.  Στον χώρο του Κήπου παιάνιζε τακτικά η φιλαρμονική της Αστυνομίας και λάμβαναν χώρα επιδείξεις, παρελάσεις και τελετές που ενίσχυαν το αποικιακό κύρος. Η περιοχή συγκρότησε ένα ενδιαφέρον πεδίο όπου προσφερόταν πολιτισμός, εκπαίδευση, υγεία και θέαμα συγκαλύπτοντας με σχετική επιτυχία τις αντιφάσεις της αποικιοκρατίας που ακροβατούσε ανάμεσα στην υπόσχεση της προόδου και την πραγματικότητα της υποταγής του τοπικού πληθυσμού.

Μετάβαση στην ανεξαρτησία

Μέχρι τη δεκαετία του 1950, η περιοχή είχε καταστεί από τις πιο πολυσύχναστες της πρωτεύουσας, γεγονός που υποχρέωσε τις αρχές να διαμορφώσουν τον μεγαλύτερο κυκλικό κόμβο της εποχής έξω από την Πύλη Πάφου. Ο Κήπος υπήρξε μάρτυρας του αγώνα της ΕΟΚΑ, καθώς και της πολιτειακής μετάβασης που τον ακολούθησε. Πριν οι Βρετανοί παραδώσουν την σκυτάλη στους Κύπριους για να διοικήσουν το νησί τους, τέθηκαν τα  θεμέλια του Δημοτικού Θεάτρου, ενώ με ειδική συμφωνία μεταξύ Κυβέρνησης και Δημοτικού Συμβουλίου, μέρος του Κήπου ενοικιάστηκε στον Δήμο για 99 χρόνια, αρχής γενομένης από την 1.1.57. Ο Δημοτικός -πλέον- κήπος είχε την τιμητική του και στην τελετή της Ανεξαρτησίας. Στο μέχρι πρότινος Γραφείο Πληροφοριών (νυν Βουλή των Αντιπροσώπων), στις νότιες παρυφές του Κήπου, υπογράφηκαν τα μεσάνυχτα της 15ης Αυγούστου 1960 τα έγγραφα ανακήρυξης της Κυπριακής Ανεξαρτησίας. Από τον Κήπο ακούστηκαν 21 κανονιοβολισμοί που σηματοδότησαν την μετάβαση στην εποχη που μετέτρεψε τους Κύπριους από υπηκόους σε πολίτες.

Στην εποχή της Ανεξαρτησίας, ο Κήπος συνέχισε να αποτελεί σημαντικό σημείο αναφοράς για την πρωτεύουσα με τρόπους που αξίζουν μελέτης και περιγραφής. Κομβική στιγμή στην εξέλιξή του υπήρξε η ανακατασκευή του στα τέλη της δεκαετίας του 1960, με σχέδια του Νεοπτόλεμου Μιχαηλίδη. Σήμερα, περισσότερο από έναν αιώνα μετά τη δημιουργία του, εξακολουθεί να αποτελεί ζωντανό κομμάτι της Λευκωσίας λειτουργώντας ως τόπος συνάντησης, σύμβολο εκσυγχρονισμού, αλλά και χώρος στον οποίο διαφορετικές κοινωνικές και εθνοτικές ομάδες διεκδικούν, κατά καιρούς, την παρουσία και την ορατότητά τους. Η ιστορία της δημιουργίας και της λειτουργίας του υπενθυμίζει ότι οι δημόσιοι χώροι δεν είναι ποτέ ουδέτεροι. Φέρουν μνήμες, αποτυπώνουν κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις και εγγράφουν στην υλική τους υπόσταση τις αντιλήψεις, τις προσδοκίες και τις διεκδικήσεις διαφορετικών ομάδων και διαφορετικών εποχών.