weather widget icon
20.8 °C
ΣΑΒΒΑΤΟ
23.05.2026 1:10
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
ΜΑΡΙΟΣ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ

ΜΑΡΙΟΣ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ

Παρόλες τις συνταρακτικές εξελίξεις στο πολιτικό πεδίο, φαίνεται ότι το σύστημα της πολιτικής πατρωνίας που κατέλειπε η αγγλοκρατία έχει γερές βάσεις

O ψηφοφόρος μπαίνει στο εκλογικό κέντρο όπου υπάρχει μια κάλπη για τον κάθε υποψήφιο και είναι υποχρεωμένος να περάσει μπροστά από όλες τις κάλπες. Κάθε κάλπη είναι χωρισμένη εσωτερικά σε δύο μέρη: το λευκό για το «ναι» και το μαύρο για το «όχι». Ο επόπτης τού δίνει μία κάρτα, ανακοινώνοντας δυνατά το όνομα του υποψηφίου και ο ψηφοφόρος βάζει το χέρι του μέσα από ειδική χοάνη ώστε να τοποθετήσει την κάρτα στο τμήμα της επιλογής του, «ασπρίζοντας» όσους προτιμά και «μαυρίζοντας» τους υπόλοιπους, χωρίς κανείς να μπορεί να δει τι ακριβώς ψηφίζει. Κάπως έτσι ήταν η διαδικασία ψηφοφορίας την Κύπρο πριν περίπου ένα αιώνα, μετά τις μεταρρυθμίσεις που προώθησαν οι βρετανικές αρχές στην Κύπρο το 1906.

Πηγαίνοντας ένα βήμα πιο πίσω μπορούμε να ανιχνεύσουμε τις συνθήκες, υπό τις οποίες ψηφοφορίες «σύγχρονου» τύπου εντάχθηκαν στην ζωή των Κυπρίων στα τέλη του 19ου αιώνα. Οι Βρετανοί, οι οποίοι είχαν κατά βάση γεωστρατηγικό ενδιαφέρον για το νησί, ήθελαν να διασφαλίσουν τη σταθερότητα και επιδίωξαν να προσεταιριστούν τον τοπικό πληθυσμό, παρουσιάζοντας τη διοίκησή τους ως φιλελεύθερη. Θεωρούσαν τους εαυτούς τους ακριβοδίκαιους απέναντι σε όλες τις κοινότητες, ωστόσο έβλεπαν τους Κυπρίους και τις οθωμανικές διοικητικές πρακτικές με υπεροψία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, εισήγαγαν θεσμούς δημοκρατικής αντιπροσώπευσης, όχι τόσο ως έκφραση λαϊκής κυριαρχίας, όσο ως εργαλείο νομιμοποίησης τους.

Advertisement

Το 1882 συγκροτήθηκε το Νομοθετικό Συμβούλιο, ένα είδος τοπικής «Βουλής» με περιορισμένες αρμοδιότητες. Οι εκλογές για το Συμβούλιο, γίνονταν με χωριστούς καταλόγους για Χριστιανούς/Έλληνες και Μουσουλμάνους/Τούρκους παγιώνοντας τη διαίρεση της κοινωνίας επί θρησκευτικής βάσης, σε συνέχεια της οθωμανικής κληρονομιάς. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ενοποίηση των καταλόγων δεν αποτέλεσε ποτέ αίτημα των τοπικών κοινοτήτων. Το ποσοστό των αιρετών αντιπροσώπων ήταν ανάλογο του πληθυσμού της κάθε κοινότητας, γεγονός που έδινε το προβάδισμα στους Έλληνες, που όμως αντισταθμιζόταν με την συμμετοχή διορισμένων βρετανών αξιωματούχων στο σώμα.

Η σύνθεση και λειτουργία του Νομοθετικού Συμβουλίου προσέφερε στην ελληνοκυπριακή πλειονότητα μια ελεγχόμενη διέξοδο πολιτικής συμμετοχής και από την άλλη, αξιοποιούσε την τουρκοκυπριακή μειονότητα ως παράγοντα ισορροπίας, εξασφαλίζοντας την υπερίσχυση των βρετανικών συμφερόντων. Παρά την εισαγωγή εκλογικών διαδικασιών, το δικαίωμα ψήφου ήταν περιορισμένο μόνο σε συγκεκριμένες κατηγορίες ανδρών που πληρούσαν οικονομικά και φορολογικά κριτήρια. Παράλληλα, τα υψηλά ποσοστά αναλφαβητισμού δυσχεραίναν την εισαγωγή ενός πιο σύνθετου συστήματος ψηφοδελτίων.

Μέχρι τις εκλογές του 1901, η ψηφοφορία στην Κύπρο ήταν ουσιαστικά φανερή. Οι υπάλληλοι και οι υποψήφιοι, μπορούσαν να ξέρουν τι ψήφιζε ο καθένας. Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, η ψήφος δεν ήταν μια ιδιωτική πολιτική πράξη, αλλά ήταν μια κοινωνική δήλωση υπό επιτήρηση. Είναι φανερό ότι οι εξαρτήσεις από τοπικούς παράγοντες, εργοδότες, ή δανειστές μετατρέπονταν εύκολα σε πολιτική πίεση. Η μυστικότητα που εισήχθη το 1906 περιόρισε αυτή την άμεση επιτήρηση και επέτρεψε, έστω σε κάποιο βαθμό, τη διαμόρφωση μιας πιο αυτόνομης πολιτικής βούλησης. Όμως, το σύστημα παρέμενε ατομοκεντρικό με τις πελατειακές σχέσεις και τις εξαρτήσεις στο επίκεντρο του.

Advertisement

 Η μετάβαση στην ανεξαρτησία έφερε ένα μοντέρνο σύστημα καθολικής ψηφοφορίας, με τους πολίτες να καλούνται να το εφαρμόσουν να το βελτιώσουν. Παρόλες τις συνταρακτικές εξελίξεις στο πολιτικό πεδίο, φαίνεται ότι το σύστημα της πολιτικής πατρωνίας που κατέλειπε η αγγλοκρατία έχει γερές βάσεις. Πολλοί σημερινοί ψηφοφόροι μοιάζουν να κουβαλούν ακόμα τα βαρίδια των αγροτών, των μικροϊδιοκτητών και των χρεωμένων καλλιεργητών που αναζητούσαν στο πρόσωπο του πολιτευτή- τοκογλύφου την ελπίδα ότι θα τους λύσει τα ατομικά τους προβλήματα. Από την άλλη, οι εκλεγμένοι νιώθουν ότι μπορούν να υπόσχονται, χωρίς να λογοδοτούν, αποδίδοντας σε ξένες δυνάμεις, τις όποιες δυσάρεστες εξελίξεις. Υπάρχουν νέες προτάσεις αλλά, δυστυχώς, δεν είναι αυτονόητο ότι η δημοκρατία θα προοδεύσει όσο περνά ο χρόνος. Απεναντίας, οι τοπικές και διεθνείς εξελίξεις δείχνουν ότι μπορεί εύκολα να υποχωρήσει και μάλιστα με απρόβλεπτους τρόπους.