Για πρώτη φορά από το ξέσπασμα των διακοινοτικών συγκρούσεων, οι Τουρκοκύπριοι μπορούσαν να εξέλθουν από τους θύλακες και να επισκεφθούν τις παραλίες
Το καλοκαίρι του 1968 οι παραλίες της Κύπρου παρουσίαζαν μια ενδιαφέρουσα εικόνα. Για πρώτη φορά από το ξέσπασμα των διακοινοτικών συγκρούσεων τα Χριστούγεννα του 1963, οι Τουρκοκύπριοι μπορούσαν να εξέλθουν από τους θύλακες και να επισκεφθούν τις παραλίες. Σε μια μικρή, αλλά χαρακτηριστική στήλη του ελληνοκυπριακού τύπου καταγράφεται αυτή η «μεγάλη έξοδος». Ο συντάκτης εξηγεί ότι πέραν των 5 χιλιάδων Τούρκων από Λευκωσία, Αμμόχωστο, Λουρουτζίνα, Κοφίνου και άλλα τουρκικά χωρία εξέδραμαν στις ακτές Μακένζυ, Άλαμο και τρισήμισι μίλι. Με ελαφράς διάθεσης ύφος, αλλά και μια δόση έκπληξης, σημείωνε ότι «παρετηρήθη εξέλιξις των νεαρών Τούρκισσων, αι οποίαι δεν υπολείπονται των ημετέρων ούτε εις τα μίνι».
Για τη μετάβαση των Τουρκοκυπρίων από τους θύλακες στην παραλία χρειάστηκε να επισυμβούν διάφορα. Υπήρξε μια αλληλουχία γεγονότων, πολλές πτυχές των οποίων παραμένουν ακόμα και σήμερα επίμαχες: αναρρίχηση της Χούντας των Συνταγματαρχών στην εξουσία, «γεγονότα» της Κοφίνου, απειλή Τουρκίας για εισβολή. Η εκρηκτική κατάσταση που δημιουργήθηκε εκτονώθηκε με την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο και τη δέσμευση των πλευρών να εισέλθουν σ’ ένα κύκλο διαπραγματεύσεων. Η νέα κατάσταση σφραγίστηκε με τις προεδρικές εκλογές του Φεβρουαρίου 1968. Ήταν οι πρώτες εκλογές μετά το 1959, αφού οι προγραμματισμένες για το 1964 αναβλήθηκαν λόγω της έκρυθμης κατάστασης που δημιούργησαν οι διακοινοτικές συγκρούσεις.
Με την επανεκλογή του, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος έλαβε μια ευρεία λαϊκή εντολή να εγκαταλείψει την επιδίωξη του «ευκταίου», δηλαδή της Ένωσης, και να ακολουθήσει τη γραμμή του «εφικτού», δηλαδή την αναζήτηση μιας πολιτικής λύσης εντός του πλαισίου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για μερικούς, η στροφή αυτή υπήρξε πικρή. Για άλλους, ήταν η μόνη ρεαλιστική διέξοδος από μια πραγματικότητα όπου η συνύπαρξη των δύο κοινοτήτων είχε διαρραγεί βίαια. Εγκαινιάστηκαν, έτσι, οι ενδοκυπριακές συνομιλίες για επίλυση του Κυπριακού μεταξύ του Γλαύκου Κληρίδη και του Ραούφ Ντενκτάς στο ξενοδοχείο “Φοινίσια” της Βηρυτού στις 2 Ιουνίου 1968 .
Η αλλαγή πολιτικής συνοδεύτηκε και από πρακτικά μέτρα που σήμερα θα ονομάζαμε «μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης». Το σημαντικότερο απ’ αυτά ήταν η άρση των περιορισμών στα σημεία διέλευσης προς και από τους τουρκοκυπριακούς θύλακες. «Πλήρως ελεύθεροι οι Τούρκοι- Αίρονται όλα τα περιοριστικά μέτρα» ανακοινώνει ο Φιλελεύθερος στο πρωτοσέλιδο του στις 8 Μαρτίου 1968 περιγράφοντας τις πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης Μακαρίου. Σε άλλες στήλες, αναδεικνύεται το γεγονός ότι για τον περιορισμό των Τουρκοκυπρίων στους θύλακες υπεύθυνη ήταν τουρκοκυπριακή ηγεσία, εντούτοις, είναι προφανές, ότι μέρος της ευθύνης είχαν και οι αρχές της Δημοκρατίας που «ήραν τα μέτρα».
Το 1968 ο Ελληνοκυπριακός τύπος εμφανίζεται σαν να ξαναγνωρίζει τους Τουρκοκύπριους. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, μιλούσε για τους Τουρκοκύπριους σχεδόν αποκλειστικά μέσα από ένα συγκρουσιακό πρίσμα. Συχνά ήταν φορείς βίας λόγω εξτρεμιστικών δράσεων, άλλοτε κομιστές μαξιμαλιστικών διεκδικήσεων, ενώ το μόνιμο υπονοούμενο ήταν πως η κοινότητα τους, με την υποστήριξη ξένων δυνάμεων, στέρησε από την ελληνική πλειοψηφία την δίκαιη ιστορική της επιδίωξη για ένωση. Σε αυτό το πλαίσιο, εικόνες όπως αυτή των Τουρκοκύπριων στην παραλία αποτελούν στιγμές όπου η ανθρώπινη διάσταση περνά για λίγο στην επιφάνεια. Όμως παραμένει κατά κάποιο τρόπο οριενταλιστική αφού προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι είναι «τόσο εξελιγμένοι όσοι εμείς».
Οι Τουρκοκύπριοι εξακολουθούν να παρουσιάζονται στα ελληνοκυπριακά ΜΜΕ με ένα διττό τρόπο. Στο επίπεδο των πολιτικών ηγεσιών είναι άτεγκτοι, μαξιμαλιστές, εξαρτημένοι από εξωτερικές δυνάμεις. Σε ανθρώπινο επίπεδο είναι «σαν εμάς», όμως αυτή η προσέγγιση κρύβει συχνά ένα πατερναλιστικό τόνο: μοιάζουν με εμάς, άρα δεν θα έπρεπε να απαιτούν ειδική μεταχείριση ως κοινότητα. Η ματιά των ΜΜΕ μας υπενθυμίζει ότι, πέραν των διεθνών και γεωπολιτικών διαστάσεων του κυπριακού, η συνύπαρξη στην Κύπρο δεν εξαντλείται στην αποδοχή της φυσικής παρουσίας της άλλης κοινότητας· προϋποθέτει και τη συμβολική αναγνώριση της ως ισότιμης, διακριτής συλλογικότητας.