Μπορεί το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών να ικανοποίησε όλα τα μεγάλα κόμματα, ωστόσο η μεγάλη αποχή λέει την αλήθεια για ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος
Ότι κάνει η Δημοκρατία, καλά το κάνει. Παραφράζοντας τη γνωστή ρήση για τα Θεία, κάθε αποτέλεσμα σε μία αδιάβλητη εκλογική διαδικασία είναι δημοκρατικό και αντικατοπτρίζει τη βουλή των ψηφοφόρων. Ακόμη και αν απέχουν μαζικά. Ακόμη και αν τα ποσοστά των κομμάτων επί των ψηφισάντων δεν αντικατοπτρίζουν το συνολικό έρεισμα τους σε όλα τα μήκη και πλάτη της κοινωνίας. Γιατί απέχοντας, γνωρίζουν ότι τα κόμματα, στα οποία συνειδητά επιλέγουν να μην δώσουν τη ψήφο τους, θα λάβουν ποσοστά που δεν αναλογούν στην απήχηση που έχουν στο σύνολο της κοινωνίας. Και αν δεν γνωρίζουν ως όφειλαν, ότι η αποχή τους επιβραβεύει ακριβώς αυτούς που απορρίπτουν, η δημοκρατία «τιμωρεί» την άγνοιά τους, επιβραβεύοντας όσους έκαναν έστω μια επιλογή στην κάλπη, γνωρίζοντας ότι η ψήφος αποτελεί δικαίωμα και προνόμιο που κατακτήθηκε από τους λαούς με αίμα και καθόλου δεδομένη δεν είναι.
Τα κόμματα, ως φορείς της δημοκρατίας, οφείλουν να λειτουργούν και ως φάροι της. Η αποστροφή που εκφράζει η κοινωνία προς στο πολιτικό σύστημα με τη μεγάλη της αποχή, αλλά συνάμα και η άγνοια των επιπτώσεων της επιλογής της να απέχει δε μπορεί παρά να χρεωθεί στα κόμματα. Από τη μια για τα αποτελέσματα που παράγουν και τον τρόπο με τον οποίο πολιτεύονται αλλά κυρίως για την αποτυχία τους να φτάσει το μήνυμά τους στο πλήρες εύρος της βάσης της κοινωνίας σε πρώτο επίπεδο, και σε δεύτερο επίπεδο να πείσει το μήνυμα. Με άλλα λόγια, δεν κατάφεραν να πείσουν περισσότερους πολίτες για τη χρησιμότητα της ψήφου τους. Όταν εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες επιλέγουν λοιπόν να απέχουν από τις δημοκρατικές διαδικασίες της χώρας, δε μπορεί όλοι να πανηγυρίζουν.
Η σταθερά μεγάλη αποχή
Στις βουλευτικές εκλογές του 2021, από τους 557.836 εγγεγραμμένους ψηφοφόρους, ψήφισαν οι 366.608, ενώ 191.228 πολιτών που αντιστοιχούσαν στο 34.28% των εκλογέων δεν προσήλθαν στις κάλπες. Παρά τις επευφημίες για αυξημένη συμμετοχή στις φετινές εκλογές, η διαφορά είναι μικρή και δε χωρά πανηγυρισμούς για όσους κόπτονται πραγματικά για την κατάσταση της δημοκρατίας στη χώρα. Οι εκλογείς αυξήθηκαν κατά 11.346 και έφτασαν τους 569.182. Ψήφισαν 380.851, αριθμός αυξημένος σε σχέση με το 2021 κατά 14.243. Σε απόλυτους αριθμούς, αυτό σημαίνει ότι η αύξηση όσων ψήφισαν είναι μεγαλύτερη από την αύξηση των εκλογέων κατά 2.897. Η δε αποχή, έφτασε το 33,09%, που αντιστοιχεί σε 188.331.
Σε αυτούς προστίθενται ορισμένες δεκάδες χιλιάδες που δεν μπήκαν στον κόπο να εκδώσουν εκλογικά βιβλιάρια. Αν και δεν είναι ενδεικτικό του αριθμού των πολιτών που θα είχαν δικαίωμα να ψηφίσουν πριν από δύο εβδομάδες εάν είχαν εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους και δεν το έπραξαν, με βάση τα στοιχεία που παρουσίασε η Υπηρεσία Εκλογών στη Βουλή τον Οκτώβριο του 2024 όταν τέθηκαν ενώπιον του σώματος τα νομοσχέδια για αυτόματη εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους από τα 17, άλλοι 92.129 πολίτες θα μπορούσαν να ψηφίσουν.
Όντως ήταν νίκη για πολλούς
Τηρουμένων των προεκλογικών δεδομένων, το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών που μας πέρασαν ήταν όντως νικηφόρο για τρία τουλάχιστον κόμματα, ενώ για άλλο ένα μπορεί να χαρακτηριστεί ως πύρρειος νίκη. Οι δημοσκοπήσεις ουσιαστικά προδιάγραφαν καταποντισμό και των τεσσάρων παραδοσιακών κομμάτων της χώρας. ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ μετά βίας να ξεπερνούσαν το 20%, το ΔΗΚΟ έπεφτε αισθητά κάτω από το 10% και έχανε για τα καλά το ρυθμιστικό ρόλο που συνήθισε από καταβολής του, ενώ το ΕΛΑΜ δημοσκοπούσε κοντά στο 15%.
Για τον ΔΗΣΥ, η συγκράτηση των ποσοστών των προηγούμενων βουλευτικών, η αριθμητική αύξηση των ψηφοφόρων του και η διατήρηση των εδρών του μετά από 30 χρόνια εσωστρέφειας, διαρροών προς το ΕΛΑΜ, αμφισβήτησης της ηγεσίας, μίας αμφίσημης στάσης μεταξύ αντιπολίτευσης και συμπολίτευσης και συνθηκών διάσπασης, το αποτέλεσμα που έφερε μπορεί να κριθεί από επιτυχές μέχρι και «life changing».
Για το ΑΚΕΛ, η αύξηση ποσοστών κατά 1,4% εκεί που ανέμενε στην καλύτερη τη διατήρηση τους, η διατήρηση εδρών αντί απώλειας και ταυτόχρονα η αύξηση των ψηφοφόρων του κατά 8.864 εκεί που επίσης ανέμενε ακόμη και διαρροές σε νεοφανή σχήματα, συνιστά επίσης επιτυχία.
Παρομοίως, στο ΔΗΚΟ μπορούν να χαίρονται καθώς ανέμεναν να βρεθούν με χαμηλότερα ποσοστά από ΕΛΑΜ, ΑΛΜΑ και Άμεση Δημοκρατία, με μονοψήφια χαμηλά ποσοστά ρεκόρ για την ιστορία του κόμματος και μία συνακόλουθη δραστική μείωση εδρών. Τουναντίον, διατήρησαν τη θέση τους πίσω από το ΕΛΑΜ, με αυξημένα ποσοστά σε σχέση με τις Ευρωεκλογές και συγκράτησαν το ποσοστό τους σε διψήφιο πρόσημο, με μικρή μείωση σε σχέση με το 2021, σε απόστασή βολής από το ΕΛΑΜ και με τον ίδιο αριθμό εδρών. Κάτι που μεταφράζεται και σε διατήρηση του κρίσιμου για την επιβίωση του κόμματος ρυθμιστικού ρόλου δεδομένου ότι το ΕΛΑΜ παραμένει εκτός του φάσματος των συνεργασιών.
Το ΕΛΑΜ μοιάζει να έπιασε το ταβάνι του. Παρά την αύξηση ποσοστών, ψηφοφόρων και εδρών σε σχέση με το 2021, οι ψηφοφόροι του σε σχέση με τις προ διετίας Ευρωεκλογές μειώθηκαν. Αυτό δε μπορεί παρά να έχει τη σημασία του αν ληφθεί υπόψη ότι ήταν ένα κόμμα που από το 2008 μέχρι και φέτος, που είχε αυξήσεις ποσοστών και ψήφων σε κάθε εκλογική διαδικασία. Επιπρόσθετα, το κόμμα πέτυχε πολύ χαμηλότερο ποσοστό σε σχέση με αυτό που ανέμενε βάσει δημοσκοπήσεων και χαμηλότερο ακόμη και από την προηγούμενη εκλογική διαδικασία για το Ευρωκοινοβούλιο.
Νίκη που προσφέρεται για πανηγυρισμούς;
Βλέποντας τα δεδομένα ιστορικά και από απόσταση, το αποτέλεσμα των εκλογών θυμίζει περισσότερο με «φιλί ζωής» παρά νίκη που δικαιολογεί τους υπέρμετρους πανηγυρισμούς που είδαμε από της ηγεσίες των ΔΗΣΥ, ΑΚΕΛ και ΔΗΚΟ. Και οι τρεις παραμένουν σε πολύ χαμηλότερα ποσοστά και ψήφους από αυτά που λάμβαναν από καταβολής τους μέχρι και το 2011. Ο ΔΗΣΥ παρέμεινε κάτω από το 30% για δεύτερη συνεχόμενη φορά σε βουλευτικές εκλογές, το ΑΚΕΛ για τρίτη, ενώ για το ΔΗΚΟ, το 15% είναι πλέον μακρινή ανάμνηση. Οι συσχετισμοί δυνάμεων έχουν ανασχηματιστεί πλήρως, ο κατακερματισμός του εκλογικού σώματος είναι η νέα πραγματικότητα, και η αποχή είναι σταθερά το μεγαλύτερο «κόμμα» από το 2016 και εντεύθεν.
Σε αυτές τις εκλογές, το μόνο που κέρδισαν τα τρία παραδοσιακά κόμματα που επιβίωσαν αυτού του κύματος, το μόνο που κέρδισαν είναι χρόνος. Η αυτόματη εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους και το δικαίωμα ψήφου από τα 17 έτη που θα ισχύσουν από τις προεδρικές εκλογές του 2028 μοιάζουν με μία κλεψύδρα που αδειάζει σε μια προσπάθεια που οφείλουν να καταβάλουν για να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος και τη δημοκρατία τους.
Οι πανηγυρικές δηλώσεις των αρχηγών των τριών κομμάτων, παρασυρόμενοι από την ανακοπή της κατρακύλας των προηγούμενων ετών πρέπει να κάνουν τόπο στην ανακούφιση που θα ήταν ένα πιο ταιριαστό συναίσθημα υπό το βάρος της ευθύνης που τους αναλογεί. Αυτό βεβαίως ισχύει, αν συναισθάνονται αυτό το βάρος. Το πολιτικό σύστημα οφείλει να δώσει έμφαση στους λόγους της αποχής και να εργαστεί για να την μειώσει. Με πράξεις που έχουν θετικό αντίκτυπο για τα νοικοκυριά των μεσαίων και χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων και για τους νέους που δεν βλέπουν προοπτική προκοπής και εξέλιξης στη χώρα τους, μεταξύ πολλών άλλων. Είναι χρέος του κομματικού συστήματος της χώρας να γρηγορεί για να στείλει το μήνυμα, να βεβαιωθεί ότι το μήνυμα έφτασε και εμπεδώθηκε σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό απέχοντων από τις δημοκρατικές διαδικασίες ότι η συμμετοχή τους μετρά και έχει μεγαλύτερη αξία από ένα κομματικό ποσοστό.