Ο υψηλός πληθωρισμός δεν ροκανίζει μόνο την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, αλλά διογκώνει και τους εθνικούς λογαριασμούς
Τα νούμερα πάντοτε λένε την αλήθεια. Μόνο που δεν μπορείς να βλέπεις απομονωμένο τον αριθμό της ανάπτυξης, χωρίς να τον συσχετίζεις με τον πληθωρισμό, χωρίς να τον διορθώνεις από το εισαγόμενο ΑΕΠ των εταιρειών με διεθνή δραστηριότητα και χωρίς να υπολογίζεις πόσο από αυτόν είναι αποτέλεσμα των κρατικών δαπανών. Αν πάει κάτι λάθος, οι αγορές θα μας “δαγκώσουν”. Το είχαν κάνει και παλαιότερα…
Με μια προσεκτική ματιά, η ανάπτυξη της οικονομίας είναι ικανοποιητική και σίγουρα δεν είναι πλασματική, αλλά υπάρχουν ενδείξεις πως δεν είναι όσο υγιής όσο φαίνεται. Αυτό δεν θα φανεί άμεσα, αλλά εξηγεί γιατί μπορεί να αιφνιδιαστούμε για ακόμη μια φορά αν από εξωτερικούς παράγοντες η οικονομία γυρίσει σε ύφεση και ανακαλύψουμε ξαφνικά δομικές αδυναμίες στο δημόσιο χρέος και στην αγορά, οι οποίες υπάρχουν σήμερα αλλά παραμένουν συγκαλυμμένες.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης ανακοίνωσε πως η ανάπτυξη για το 2026 θα φτάσει το 3,5% του ΑΕΠ και δεν έχουμε λόγο να το αμφισβητήσουμε. Ωστόσο, όσοι από εσάς δεν νιώθετε αυτή την ανάπτυξη στα οικονομικά σας, μάλλον δεν φταίτε εσείς. Πρόκειται για μια αύξηση που σε μεγάλο βαθμό ροκανίζεται από τις αυξήσεις στο κόστος ζωής, στρεβλώνεται από το γεγονός ότι αρκετές πολυεθνικές εταιρείες μετέφεραν την έδρα τους στη χώρα μας (το λεγόμενο φαινόμενο «Leprechaun Economics») και τροφοδοτείται από τις δημόσιες δαπάνες, οι οποίες αυξάνονται φέτος με ρυθμό άνω του 4%.
Και αυτό αυτό δεν αφορά μόνο το αίσθημα των πολιτών. Το πρόβλημα, επεκτείνεται και στις δομές της οικονομίας: μια «φουσκωμένη» ανάπτυξη βελτιώνει πλασματικά τον δείκτη Χρέους προς ΑΕΠ, αποκοιμίζοντας τα δημοσιονομικά αντανακλαστικά ενώ ο κίνδυνος βρίσκεται μπροστά μας. Όπως κίνδυνος αυξήσεις στο κόστος του δανεισμούς όπως αυτός καταγράφηκε για όλα τα κράτη της Ευρωζώνης αυτές τις μέρες, με τις αποδόσεις του Γερμανικού δεκαετούς ομολόγου έφτασε στο 3.4%, ενώ αυξημένες ήταν οι αποδόσεις για Ιαπωνία, ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο. Οι αποδόσεις για την Κύπρο είναι στο 3,7% που είναι και ο μέσος όρος της Ευρωζώνης.
Εξίσου σημαντικό είναι ότι η καταγραφόμενη ανάπτυξη στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις δημόσιες δαπάνες. Δεν πρόκειται για μια οικονομία που αναπτύσσεται οργανικά μέσα από την αύξηση της παραγωγικότητας ή επειδή τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις επενδύουν αλλά στην κατανάλωση. Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που η ανάπτυξη 3.5% δεν πρέπει να εφησυχάζει αλλά να ανακουφίζει και να κρατά σε εγρήγορση τα αντανακλαστικά του κράτους. Ειδικά για του χρόνου όπου το κράτος θα κληθεί π να καταβάλει αυξημένη ΑΤΑ και να καλύψει αυξημένα ανελαστικά λειτουργικά έξοδα, ρισκάρουμε να διαπιστώσουμε απότομα πως η πραγματικότητα απέχει πολύ από το «ρόδινο» 3,5% που προανήγγειλε ο Πρόεδρος.