Ο συγγραφέας και νομικός Νικόλας Κυριάκου διάβασε ξεχώρισε και προτείνει το «Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια»
Το καλοκαίρι που μας πέρασε «αναμετρήθηκα» με το βιβλίο του Νταβίδ Ουκλές. Λέω «αναμέτρηση» γιατί για χρόνια είχα βολευτεί στη μικρή φόρμα. Το βιβλίο του Ισπανού συγγραφέα όμως φτάνει τις 820 σελίδες, έκταση που στα δικά μου μεγέθη αναμετριέται με το εγχειρίδιο διοικητικού δικαίου του τρίτου εξαμήνου (όποιος ξέρει, ξέρει).
Από την Κυψέλη, στο Μυστρά, τη Μονεμβασία, τη Μάνη, το Γύθειο την Καλαμάτα, την Πύλο και στο τέλος την Ύδρα, ήμουν συνεπής καθημερινός αναγνώστης, άλλοτε με δεκάδες, άλλοτε με μερικές μόνο σελίδες. Το βιβλίο ακολουθεί μια πολυμελή, πολύ-γενεακή οικογένεια στην ισπανική επαρχία, στις παραμονές και στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Είναι μια πολυπρισματική αφήγηση, με εναλλαγή προσώπων, φωνών και περιπετειών. Ιστορικές φιγούρες περνούν από τις σελίδες ή εμφανίζονται παρεμπιπτόντως στο βάθος, την ώρα που η κάθοδος στην κόλαση του πολέμου γίνεται βαθμιαίως, σελίδα τη σελίδα. Ο Ουκλές πατάει γερά στις βάσεις μαγικού ρεαλισμού, απίθανες συμπτώσεις συμβαίνουν με συνθήκη αληθοφάνειας μπροστά στα μάτια του αναγνώστη, συνομιλεί ο ίδιος με τους ήρωες του (ακόμα και με τον ίδιο τον Φράνκο) και παροτρύνει τα περίεργα μυαλά να ακούσουν τις μουσικές του επιλογές στη στροφή των κεφαλαίων για να ανασυστήσουν μια ατμόσφαιρα ανάγνωσης.
Το βιβλίο έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία και διακρίσεις – τόσα που η παράθεσή τους μόνο θα διεκδικούσε το χώρο αυτού του άρθρου. Ο συγγραφέας είναι το τρομερό παιδί της γενιάς του, με πολυσχιδή καλλιτεχνική παρουσία σε διάφορες τέχνες. Ποια κρίση να αρθρώσει κανείς απέναντι στα βαριά μαλάματα των premio που κουβαλά; Στο ζύγι βάζω το θάρρος και το βάθος της έρευνας, την ικανότητα γραφής πέρα από τα όρια του ιστορικού μυθιστορήματος, τη σύνθεση των ιστοριών, την ισορροπία ανάμεσα στις φρικιαστικές ιστορίες και την ομορφιά της τέχνης. Το πρώτο μισό της ιστορίας το καταβρόχθισα με αδηφάγο μανία, σαν να ξανασυναντάς ένα κορμί που σου στέρησαν μετά από χρόνια. Από τη μέση και μετά, ωστόσο, έπιασα τον εαυτό μου να δυσανασχετεί με το χείμαρρο του υλικού, που μοιάζει να δείχνει ότι ο συγγραφέας υπέκυψε στην ανάγκη να τα πει όλα, να ανοίξει τα φτερά του σαν παγώνι, να μας αναγκάσει να υποκλιθούμε στο τιτάνιο έργο του. Ταυτόχρονα, αυτά που φάνηκαν σαν ιδιοφυείς μηχανισμοί στην αρχή, όπως η απευθείας συνομιλία με τα πρόσωπα του βιβλίου, άρχισαν να γίνονται μανιέρα, ένα κόλπο που επαναλαμβάνεται στην κεντρική σκηνή και χάνει τη μαγεία του, και οι καλλιτεχνικές παρεκβάσεις κουβαλούσαν μια πόζα που θόλωσε τις πρώτες εντυπώσεις. Όλα αυτά για να γυρίσω στην ιδέα της αναμέτρησης: εκτιμάς και προσμετράς την ώρα της ανάγνωσης, μα και αργότερα, το αποτύπωμα του βιβλίου. Όχι για να βγάλεις μια τιμή, αλλά για να στοχαστείς πάνω σε αυτό που συμβαίνει μπροστά σου.
Ο Νικόλας Κυριάκου είναι νομικός.