weather widget icon
28.9 °C
ΚΥΡΙΑΚΗ
23.08.2026 8:34
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
ΝΑΣΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ

ΝΑΣΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ

Η Νάσια Διονυσίου, διαβάζει, ξεχωρίζει και προτείνει

Ενώ για εμένα ο χειμώνας είναι για μεγάλα, σύνθετα, συνήθως, μυθιστορήματα που με περιμένουν τα βράδια στο κομοδίνο ή στο χέρι του καναπέ, τα καλοκαίρια είναι ο καιρός των πιο μαζεμένων βιβλίων – όχι βιβλίων κατ’ ανάγκη ευκολότερων ή βιβλίων που διαβάζονται στην παραλία (ποτέ άλλωστε δεν διαβάζω στην παραλία), αλλά βιβλίων που χωράνε στην τσάντα του Σαββατοκύριακου και μεταφέρονται μαζί μου σε μικρές ή μεγάλες αποδράσεις σε άλλες πόλεις, σε άλλες χώρες, σε άλλες διαθέσεις.

Ως αυτή τη στιγμή του φετινού καλοκαιριού, το βιβλίο που αγάπησα πιο πολύ είναι το μυθιστόρημα του Βούλγαρου συγγραφέα, Georgi Gospodinov, «Ο κηπουρός και ο θάνατος» (μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Ίκαρος), το οποίο ξεκινά με τη συγκλονιστική φράση: «Ο πατέρας μου ήταν κηπουρός. Τώρα είναι κήπος». Ο συγγραφέας σκιαγραφεί, με τρόπο που ισορροπεί άψογα ανάμεσα στη σπαρακτικότητα του προσωπικού μοιράσματος και τη διαύγεια μιας σπουδαίας πένας, τους τελευταίους μήνες της ζωής του πατέρα του, ενώ ταυτόχρονα ανασύρει μνήμες της δικής του παιδικής ηλικίας, αλλά και ερωτήσεις για τη ζωή από εδώ και πέρα. Αναρωτιέται: «Παρεμπιπτόντως, τι συνέβη με τον Κήπο της Εδέμ αφότου εγκαταλείφθηκε; Γέμισε αγριόχορτα;»

Στον χώρο της αυτομυθοπλασίας εντάσσεται και το μυθιστόρημα «Όλα τα δέντρα» της Μαρίας Φακίνου (εκδ. Αντίποδες). Μια ιστορία τοποθετημένη στο εδώ και το τώρα, μια στακάτη, πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η αδιαμεσολάβητη φωνή μιας γυναίκας που αναγνωρίζει, γνωρίζει, χάνει και επαναπροσδιορίζει τον εαυτό της, αλλά και τα όρια της ταυτότητας και της γλώσσας, μέσα από έναν έρωτα. «Οι λέξεις φταίνε. Αυτό σκέφτεται. Να  γράψει τώρα ανακαλύπτει ότι δεν μπορεί. Πρέπει να μάθει να γράφει πάλι από την αρχή. Πέτρο, γράφει το χέρι της και μετά καμία λέξη». Είναι θαρραλέο (και σπάνιο) να γράφει κανείς σήμερα μια ερωτική ιστορία, και μάλιστα τη δική του. Η Φακίνου το κάνει και το κάνει καλά.

Σε απροσδιόριστο τόπο και χρόνο, μεταξύ ψυχρού ρεαλισμού και δυσπρόσιτης αλληγορίας, εκτυλίσσεται η εξαιρετικά καλογραμμένη νουβέλα της Σοφίας Αυγερινού, «Άγνωστες λέξεις» (εκδ. Πόλις), η οποία σε αφήνει στο τέλος μετέωρο, αλλά και επουλωμένο, ανάμεσα σε έννοιες, ιδέες και συναισθήματα που αφανίστηκαν ή δεν αξιώθηκαν ποτέ να εκφραστούν μέσα σε ένα κόσμο τυφλών ή κουρασμένων ανθρώπων. Αγαπημένο μου απόσπασμα: «Αστρατίποτε, ψιθύρισα, ψέλλισα, τραύλισα, συλλάβισα, δεν ξέρω. Κι έπειτα πρόσθεσα, χωρίζοντας όσα ο νους του είχε συνενώσει, άστρα-τίποτε».

Σαν γραμμένα σε όνειρο τα «Γράμματα στην Παναγία», του Κυριάκου Χαρίτου (εκδ. Πατάκη), γράμματα που στέλνει στην Παναγία ο γιος της, αποτυπωμένα με την απαράμιλλη τρυφερότητα και ευαισθησία της γραφής του Χαρίτου, η οποία συναιρεί το ανθρώπινο με το Θείο δράμα και το προσωπικό με το οικουμενικό αδιέξοδο. «Κι όμως. Δεν έχω να τους δώσω απαντήσεις. Δεν ξέρω τίποτα παραπάνω. Κάθε φορά που με κοιτάζουν και περιμένουν, τους λέω μια ιστορία. Σα να ’τανε παιδιά».

Το βιβλίο που δεν θα μπει ακόμη σε κάποιο ράφι της βιβλιοθήκης μου, αλλά θα βρίσκεται για αρκετό καιρό δίπλα στο κρεβάτι μου, είναι το «Κι όλα τα κακά σκορπά…» (εκδ. Άγρα), της σπουδαίας Τζένης Μαστοράκης, την οποία ο Διονύσης Καψάλης δικαίως χαρακτηρίζει ως την καλύτερη ποιήτρια της νεότερης Ελλάδας, «γιατί» όπως σημειώνει στο εξαίσιο επίμετρό του, «η Μαστοράκη ήταν από εκείνους που κάποτε τα χείλη τους χρύσωσε ο Θεός, όπως έγραφε ο Ελύτης για τον Σολωμό». Μερικά σπαράγματα: «Και οι αυτόπτες. Ο αγαπημένος του Θεού Εσδράμ, η Παναγία, ο Παύλος. Οι Αποκαλύψεις. Και είδον. Και είδον. Ο πόνος πρέπει να έχει ένα δίδαγμα». // «Έτσι γεννήθηκαν οι γίγαντες. Από έρωτα. Πνίγηκε η γη στο αίμα. Όπως κάθε τόσο. Και ιαθήσεται. Το θείο γιατρεύει με καταστροφές. Ήρθε ο Κατακλυσμός, τα πήρε όλα. Πήρε και τους ερωτευμένους η σιωπή». // «Καμιά χαμένη αγάπη δεν μπορεί να χάνεται μόνο μία φορά. Γιατί καμιά αγάπη δεν πεθαίνει. Ούτε θέλει».

Ανάμεσα στα αναγνώσματά μου κι ένα σύντομο δοκίμιο της Etel Adnan, «Το τίμημα που δεν είμαστε διατεθειμένοι να καταβάλουμε για τον έρωτα» (μτφρ. Σπύρος Γιανναράς, εκδ. Άγρα). Το δοκίμιο τελειώνει με την εξής αποκαλυπτική φράση: «(…) ο έρωτας σε όλες του τις μορφές είναι το σημαντικότερο πράγμα με το οποίο ερχόμαστε ποτέ αντιμέτωποι, αλλά επίσης και το πιο επικίνδυνο, το πιο απρόβλεπτο, το πιο ενοχλητικό. Όμως είναι και ο μοναδικός τρόπος σωτηρίας που γνωρίζουμε».  

Σε όσο καλοκαίρι απομένει σκοπεύω να διαβάσω το μυθιστόρημα «Ανθρώπινες πράξεις» (εκδ. Καστανιώτη) της Νοτιοκορεάτισσας νομπελίστριας Χαν Γκαγκ, της οποίας η χαμηλόφωνη και συνάμα ποιητικά ακαριαία γραφή, μέσα από την οποία φωτίζεται το εύθραυστο και το επώδυνο της ύπαρξης, με έχει καταστήσει φανατική αναγνώστριά της, τις «Παράξενες ιστορίες για κανονικούς ανθρώπους» (εκδ. Αλμύρα) του Κύπριου Chris Pinturicchio, του οποίου εκτιμώ τη λοξή ματιά στα πράγματα, καθώς και τη συλλογή διηγημάτων «Στα θερμοκήπια του Αυγούστου» (εκδ. Κίχλη), του Άκη Παπαντώνη, τον οποίο θεωρώ ως έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς της γενιάς μας.

Τέλος, για σκοπούς συγγραφής ενός νέου θεατρικού έργου, το οποίο θα συνομιλεί με ένα κλασσικό θεατρικό και θα παρουσιαστεί την επόμενη άνοιξη  στην Πειραματική Σκηνή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου, διαβάζω και θα συνεχίζω να διαβάζω –κάθετα, οριζόντια και διαγώνια– το The Crucible (στα ελληνικά: «Οι μάγισσες του Σάλεμ») του Αμερικανού Άρθουρ Μίλλερ. Ένα έργο που μιλά για την αυθαιρεσία κάθε λογής εξουσίας, τη δογματική τύφλωση, την εκδικητική υποκρισία, τις προσωπικές αντιστάσεις.