Νέα ανατροπή στην πολύκροτη υπόθεση της Ιεράς Μονής Οσίου Αββακούμ στο Φτερικούδι, φέρνει η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου να ακυρώσει το διάταγμα κατακράτησης των τεκμηρίων που σχετίζονται με το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της Μονής, κρίνοντας ότι εκδόθηκε χωρίς την απαιτούμενη νομική εξουσιοδότηση και καθ’ υπέρβαση δικαιοδοσίας.
Η απόφαση εκδόθηκε έπειτα από έφεση που καταχώρισε ο δικηγόρος του ιερωμένου Νεκταρίου Ευστάθιος Ευσταθίου, αμφισβητώντας τη νομιμότητα του διατάγματος που είχε εκδοθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 3 Ιουλίου 2025.
Το Ανώτατο ξεκαθαρίζει ωστόσο, ότι η ακύρωση του διατάγματος δεν επηρεάζει το δικαίωμα της Αστυνομίας να κατέχει τα συγκεκριμένα τεκμήρια, τα οποία είχαν παραδοθεί οικειοθελώς στις Αρχές. Παράλληλα, δεν προδικάζει κατά πόσο το οπτικοακουστικό υλικό θα μπορεί να αξιοποιηθεί ως μαρτυρία στην εκκρεμούσα ποινική διαδικασία.
Το σκεπτικό της απόφασης
Σύμφωνα με το σκεπτικό του Ανωτάτου, το επίμαχο διάταγμα στηρίχθηκε στο άρθρο 32 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, το οποίο αφορά την κατακράτηση αντικειμένων που κατασχέθηκαν στο πλαίσιο νόμιμης έρευνας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, οι συσκευές του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης δεν κατασχέθηκαν κατόπιν έρευνας, αλλά παραδόθηκαν οικειοθελώς στην Αστυνομία από τον Αρχιμανδρίτη Βαρνάβα, μέλος της αδελφότητας της Μονής, ο οποίος είχε πρόσβαση σε αυτές. Η παράδοση του υλικού στις Αρχές ακολούθησε καταγγελία του Μητροπολίτη Ταμασού εναντίον του ηγουμένου για υπό διερεύνηση αδικήματα οικονομικής φύσης.
Το Ανώτατο έκρινε ότι, εφόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του συγκεκριμένου άρθρου, δεν υπήρχε νόμιμη βάση για την έκδοση του διατάγματος κατακράτησης. Ως εκ τούτου, η έκδοσή του κρίθηκε αδικαιολόγητη και το διάταγμα ακυρώθηκε. Την ίδια ώρα, το Δικαστήριο διαχώρισε τη νομιμότητα του διατάγματος από το δικαίωμα κατοχής των τεκμηρίων από την Αστυνομία, επισημαίνοντας ότι η ακύρωση του πρώτου δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι οι Αρχές οφείλουν να στερηθούν το υλικό.
Το μήνυμα για την ιδιωτική επικοινωνία
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η επισήμανση του Ανωτάτου σε σχέση με την πρόσβαση σε ενδεχόμενη ιδιωτική επικοινωνία που περιλαμβάνεται στο υλικό.
Όπως υποδεικνύεται στην απόφαση, η εξουσιοδότηση για την παραλαβή και κατοχή αντικειμένων από την Αστυνομία διαφοροποιείται από την εξουσιοδότηση για πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας. Συνεπώς, το γεγονός ότι οι Αρχές κατέχουν νόμιμα τις συσκευές ή τα σχετικά τεκμήρια δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αποκτούν και δικαίωμα πρόσβασης σε ιδιωτικές συνομιλίες ή άλλο προστατευόμενο περιεχόμενο.
Το Ανώτατο δεν εξέτασε επί της ουσίας τον λόγο έφεσης που αφορούσε ενδεχόμενη παραβίαση προσωπικών δεδομένων και θεμελιωδών δικαιωμάτων. Υπέδειξε, παράλληλα, ότι τέτοια ζητήματα ενδέχεται να αφορούν διαφορετικές πράξεις και να μπορούν να εξεταστούν μέσω άλλων ένδικων μέσων. Η απόφαση, επομένως, δεν επιλύει οριστικά τα ζητήματα που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο αποκτήθηκε και διαχειρίστηκε το υλικό, ούτε προδικάζει την αποδεικτική του αξία στην εκκρεμή δίκη.
Τι αναμένεται να τεθεί στη δίκη
Η εξέλιξη αναμένεται να απασχολήσει την υπεράσπιση στην εκκρεμή ποινική διαδικασία ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λευκωσία, με κατηγορούμενους τους Νεκτάριο και Πορφύριο.
Στο επίκεντρο ενδέχεται να βρεθούν ζητήματα που αφορούν την αρχική απόκτηση του οπτικοακουστικού υλικού, τη διαχείριση και τη φύλαξή του, καθώς και τη διασφάλιση της ακεραιότητάς του πριν από την παράδοσή του στην Αστυνομία.
Πρόκειται για ζητήματα που παραμένουν διακριτά από τη νομιμότητα του διατάγματος κατακράτησης και για τα οποία το Ανώτατο δεν εξέδωσε τελική κρίση στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διαδικασίας.
Ευσταθίου: «Σημαντική εξέλιξη»
Ως ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη για την υπόθεση χαρακτήρισε την απόφαση του Ανωτάτου ο δικηγόρος του ιερωμένου Νεκταρίου, Ευστάθιος Ευσταθίου.
Mιλώντας στην ιστοσελίδα Reporter, ο συνήγορος υπεράσπισης έθεσε παράλληλα ερωτήματα για τις συνθήκες υπό τις οποίες αποκτήθηκε το υλικό από τις κάμερες ασφαλείας, καθώς και για το κατά πόσο υπήρξε νόμιμη πρόσβαση σε ηλεκτρονικά συστήματα και σε περιεχόμενο που ενδεχομένως περιλάμβανε ιδιωτικές συνομιλίες και προσωπικά δεδομένα.
Υποστήριξε, επίσης, ότι η παράδοση ενός τεκμηρίου στην Αστυνομία δεν καθιστά αυτομάτως νόμιμο τον τρόπο με τον οποίο αυτό αποκτήθηκε, τονίζοντας την ανάγκη να εξεταστούν ουσιαστικά τα σχετικά ζητήματα.
Ο κ. Ευσταθίου διευκρίνισε ότι η απόφαση δεν προδικάζει το παραδεκτό του υλικού στην εκκρεμή ποινική δίκη, υπογραμμίζοντας ότι η αρχική απόκτηση και η διαχείρισή του θα πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο που προβλέπει ο νόμος.
Η υπόθεση παραμένει ενώπιον της Δικαιοσύνης, με την απόφαση του Ανωτάτου να ανοίγει εκ νέου τη συζήτηση γύρω από τη νομιμότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε για τη διαχείριση των τεκμηρίων, χωρίς να προδικάζει την έκβαση της ποινικής δίκης.



