Έντονη ανησυχία εκφράζει η Ένωση Δικαιωμάτων Πνευματικής Ιδιοκτησίας για την απόρριψη από τη Βουλή των Αντιοπροσώπων των κανονισμών για τη συλλογική διαχείριση των πνευματικών δικαιωμάτων.
Σε ανακοίνωση, κάνει λόγο για εμμένουσες προκλήσεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο και νομική αβεβαιότητα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Η Βουλή απέρριψε τους Κανονισμούς για την Αρχή Πνευματικής Ιδιοκτησίας
Διαβάστε την ανακοίνωση:
Μετά λύπης παρατηρούμε την εκ νέου απόρριψη των προτεινόμενων Κανονισμών για τη συλλογική διαχείριση πνευματικών και συγγενικών δικαιωμάτων από τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Η καταψήφιση αναδεικνύει τα συνεχιζόμενα θεσμικά και νομικά ζητήματα που επηρεάζουν τον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας στην Κύπρο.
Οι εν λόγω Κανονισμοί αποσκοπούσαν στη συμπλήρωση του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου, και ειδικότερα του Νόμου 65(I)/2017, ο οποίος ρυθμίζει τη λειτουργία των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης και την αδειοδότηση δικαιωμάτων. Ωστόσο, η μακροχρόνια καθυστέρηση στην υιοθέτηση δευτερογενούς νομοθεσίας έχει ήδη δημιουργήσει σημαντικά πρακτικά κενά στην εφαρμογή του νόμου.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε συνέχεια σημαντικών δικαστικών και θεσμικών παρεμβάσεων. Υπενθυμίζεται ότι το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έχει κρίνει πρόσφατα ότι σχετική νομοθετική μεταρρύθμιση ήταν αντισυνταγματική, επισημαίνοντας ζητήματα που άπτονται, μεταξύ άλλων, της προστασίας της ιδιοκτησίας και της ελευθερίας των συμβάσεων.
Παράλληλα, ενδιαφερόμενα μέρη στον τομέα έχουν επισημάνει ότι η απουσία σαφούς και λειτουργικού κανονιστικού πλαισίου δημιουργεί αβεβαιότητα τόσο για τους δικαιούχους όσο και για τους χρήστες έργων, επηρεάζοντας την αποτελεσματική διαχείριση και προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.
Η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2014/26/ΕΕ για τη συλλογική διαχείριση δικαιωμάτων είναι σαφής ως προς τις υποχρεώσεις των κρατών μελών: απαιτείται η ύπαρξη ενός πραγματικού και αποτελεσματικού συστήματος εποπτείας των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης, μέσω αρμόδιας αρχής με ουσιαστικές εξουσίες παρακολούθησης και επιβολής. Η απαίτηση αυτή δεν είναι απλώς τυπική, αλλά συνδέεται άμεσα με τον ρόλο των οργανισμών ως βασικών μηχανισμών πρόσβασης στα δικαιώματα και με την ανάγκη διασφάλισης διαφάνειας, λογοδοσίας και ισορροπίας μεταξύ δικαιούχων και χρηστών.
Υπό το πρίσμα αυτό, η πρακτική απουσία ή η ανεπαρκής λειτουργία ενός τέτοιου μηχανισμού εποπτείας συνιστά σοβαρό έλλειμμα εφαρμογής. Παράλληλα, δημιουργείται περιβάλλον νομικής αβεβαιότητας για τους χρήστες και ενισχύονται δυσλειτουργίες της αγοράς που η ίδια η Οδηγία επιδιώκει να αντιμετωπίσει.
Σημειώνεται, επίσης, ότι η Οδηγία που προνοεί για την συλλογική διαχείριση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας δεν ορίζει ως υποχρεωτική την ανάθεση της είσπραξης από έναν οργανισμό συλλογικής διαχείρισης και ότι η ανάληψη της διαχείρισης από ένα οργανισμό είναι ένα σύνθετο εγχείρημα με πολλαπλές πρακτικές και νομικές προεκτάσεις. Η Οδηγία για τη συλλογική διαχείριση προωθεί ένα πλουραλιστικό μοντέλο, στο οποίο οι δικαιούχοι διατηρούν την ελευθερία να επιλέγουν τον οργανισμό συλλογικής διαχείρισης (ΟΣΔ) που θα τους εκπροσωπεί, αντί ενός ενιαίου, συγκεντρωτικού φορέα. Παράλληλα, αναγνωρίζει την ανάγκη για αποτελεσματικότητα και επιτρέπει πρακτικούς μηχανισμούς συγκέντρωσης, όπως συμφωνίες εκπροσώπησης και πολυεδαφική αδειοδότηση, οι οποίοι μπορούν να προσφέρουν στους χρήστες απλοποιημένες λύσεις τύπου «one-stop shop» για αδειοδότηση και πληρωμές.
Η Βουλή, με τη σημερινή της απόφαση, αφήνει εκτεθειμένη την Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς η παράλειψη δημιουργίας αποτελεσματικών μηχανισμών εποπτείας και πρακτικής εφαρμογής του Νόμου του 2017 ενδέχεται να συνιστά παράβαση των υποχρεώσεών της ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μια τέτοια εξέλιξη δύναται να επηρεάσει όχι μόνο την προστασία των δικαιούχων, αλλά και τη συνοχή του ενωσιακού πλαισίου πνευματικής ιδιοκτησίας και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.



