Σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία χειρίστηκε την υπόθεση των αγνοούμενων πατέρα και γιου Λοΐζου και Γιώργου Χατζηγεωργίου, κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής του 1974, εγείρει ο δικηγόρος της οικογένειας Αντώνης Γεωργίου.
Μιλώντας στην εκπομπή Alpha Ενημέρωση, ανέφερε ότι πρόκειται για μία ιδιαίτερη υπόθεση, καθώς αφορά δύο άοπλους Ελληνοκύπριους πολίτες, οι οποίοι, σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, απήχθησαν από ένοπλους συγχωριανούς τους Τουρκοκύπριους, ενώπιον άλλων κατοίκων του χωριού τους και έκτοτε αγνοούνται. «Το κράτος απέτυχε να αντιληφθεί ότι, παρά την πολιτική διάσταση και τις δυσκολίες που υπάρχουν λόγω της εισβολής, αυτή δεν έπαυε να είναι μία καθαρά ποινική υπόθεση», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Με αφορμή την καταδικαστική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την Κυπριακή Δημοκρατία, ο δικηγόρος έκανε ιδιαίτερη αναφορά, έκανε σε περιστατικά που καταγράφονται σε αυτήν και τα οποία, όπως είπε, καταδεικνύουν ότι υπήρχαν συγκεκριμένες δυνατότητες για περαιτέρω διερεύνηση.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, τη δεκαετία του 1980 ένας από τους έξι Τουρκοκύπριους που φέρονται να συνδέονται με την υπόθεση είχε εισέλθει στις ελεύθερες περιοχές προκειμένου να λάβει ιατρική περίθαλψη, καθώς έπασχε από καρκίνο. Παρά το γεγονός ότι βρισκόταν πλέον υπό τη δικαιοδοσία της Δημοκρατίας, δεν αποδόθηκαν ευθύνες, ούτε αξιοποιήθηκε η ευκαιρία για διερεύνηση.
Παρόμοιο περιστατικό, όπως ανέφερε, καταγράφηκε και το 1990, όταν άλλος Τουρκοκύπριος που φέρεται να είχε εμπλοκή στην υπόθεση, θεάθηκε στην Πύλα να πωλεί γαλακτοκομικά προϊόντα. Και σε αυτή την περίπτωση, σύμφωνα με τον κ. Γεωργίου, δεν υπήρξε ουσιαστική συνέχεια.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Το ανεπούλωτο τραύμα των αιχμαλώτων
Η περίπτωση του 2003
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει η οικογένεια και σε γεγονότα του 2003 .Όπως ανέφερε ο δικηγόρος, μετά από έντονες διαμαρτυρίες, ένας εκ των εμπλεκομένων τέθηκε υπό κράτηση. Ωστόσο, σύμφωνα με την οικογένεια, αφέθηκε στη συνέχεια ελεύθερος, χωρίς να υπάρχει ενημέρωση ή επαρκές αρχείο για το τι ακριβώς συνέβη. Ακολούθησε επιστολογραφία προς τον Γενικό Εισαγγελέα, χωρίς, σύμφωνα με τον κ. Γεωργίου, να δοθεί απάντηση.
Το 2016, όπως ανέφερε, η οικογένεια ενημερώθηκε από την Υπηρεσία Αγνοουμένων ότι δεν υπήρχε μητρώο ή αρχείο για το συγκεκριμένο περιστατικό και ότι ουσιαστικά αμφισβητούνταν ότι είχε συμβεί.«Έπρεπε να έρθουμε στο 2016 και να μαρτυρήσει το κράτος για να δώσει αυτά τα στοιχεία», ανέφερε ο κ. Γεωργίου, υποστηρίζοντας ότι η οικογένεια για χρόνια ζητούσε ενημέρωση. Το βασικό ζήτημα, σύμφωνα με τον δικηγόρο, είναι ότι η πολιτική και ανθρωπιστική διάσταση του Κυπριακού δεν μπορεί να ακυρώνει την υποχρέωση των Αρχών να διερευνούν πιθανά ποινικά αδικήματα.
Όπως ανέφερε, το κράτος «αρνείται, παραλείπει και αμελεί» να αντιληφθεί ότι οι συγκεκριμένες υποθέσεις, πέρα από την πολιτική τους διάσταση, αφορούν πράξεις οι οποίες πρέπει να διερευνηθούν ποινικά. Το Ανώτατο Δικαστήριο, σύμφωνα με τον ίδιο, διαπίστωσε ότι υπήρχαν συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία επέβαλλαν τη λήψη περαιτέρω διερευνητικών μέτρων και ότι η παράλειψη αυτή οδηγούσε σε αποτυχία διερεύνησης. Ο κος. Γεωργίου αναφέρθηκε επίσης στην κρίση του Ανωτάτου σε σχέση με το άρθρο 3 των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Όπως εξήγησε, το Δικαστήριο έκρινε ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά συνιστούσε παραβίαση και του άρθρου 3, σε σχέση με την έκταση και το εύρος της παραβίασης. Πρόσθεσε ότι, η απόφαση δεν θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μεμονωμένο γεγονός, αλλά ως αφορμή για επανεξέταση και άλλων υποθέσεων αγνοουμένων.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Η Νομική Υπηρεσία εξηγεί: Γιατί το Ανώτατο καταδίκασε τη Δημοκρατία στην υπόθεση των αγνοούμενων πατέρα και γιου Λοϊζου και Γιώργου Χατζηγεωργίου
«Να μπουν έμπειροι ανακριτές»
Ο κος. Γεωργίου υποστήριξε ότι απαιτείται πλέον μία σοβαρή και οργανωμένη προσπάθεια από πλευράς κράτους. Πρότεινε, να αναλάβουν τις συγκεκριμένες υποθέσεις έμπειροι ανακριτές, να συνταχθούν τεκμηριωμένες εκθέσεις και να καταγραφεί με σαφήνεια τι διερευνήθηκε, τι δεν διερευνήθηκε και ποιες ενέργειες μπορούν ακόμη να γίνουν. Όπως είπε, ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι κάποιοι από τους τουρκοκύπριους που φέρονται να είχαν εμπλοκή ήταν νεαροί κατά το 1974.
«Το 2003 ξέρουμε ότι τουλάχιστον ο ένας ήταν εν ζωή, μπορεί και σήμερα να είναι», ανέφερε, θέτοντας το ερώτημα κατά πόσο οι Αρχές γνωρίζουν σήμερα τις κινήσεις και την κατάσταση των συγκεκριμένων προσώπων. «Είναι ερωτήματα που οφείλει το κράτος να απαντήσει στον βαθμό του δυνατού», σημείωσε.
Σε σχέση με την προσφυγή των συγγενών στο ΕΔΑΔ, ο κ. Γεωργίου υποστήριξε ότι η υπόθεση απορρίφθηκε σε σχέση με συγκεκριμένο λόγο που αφορούσε την έλλειψη ή την πληρότητα των φακέλων και των στοιχείων για τις ενέργειες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όπως ανέφερε, κατά τη διάρκεια της δίκης η Δημοκρατία παρουσίασε έναν ογκώδη φάκελο με καταθέσεις, δημοσιεύματα και άλλα στοιχεία. Το ζήτημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι η οικογένεια πληροφορήθηκε για αυτά τα στοιχεία το 2016, παρά το γεγονός ότι επί χρόνια υπήρχε επιστολογραφία και αιτήματα για ενημέρωση.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Αποζημιώσεις €100.000 σε συγγενείς δύο αγνοουμένων: Τους απήγαγαν συγχωριανοί τους τον μαύρο Αύγουστο του 1974
«Καμία δικαστική απόφαση δεν μπορεί να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη»
Ερωτηθείς κατά πόσο η οικογένεια αισθάνεται δικαιωμένη μετά την απόφαση του Ανωτάτου, ο κος. Γεωργίου τόνισε ότι η απόφαση έχει σημαντική ηθική αξία, όμως δεν μπορεί να αποκαταστήσει την πραγματική δικαιοσύνη. «Με όλον τον σεβασμό στο Δικαστήριο που εξέδωσε μία εξαιρετική απόφαση για εμάς, δεν υπάρχει κανένα δικαστήριο που μπορεί να αποδώσει πραγματική δικαιοσύνη», ανέφερε.
Όπως εξήγησε, πραγματική δικαιοσύνη για την οικογένεια θα ήταν να μπορούσε ο χρόνος να επιστρέψει στο 1974, όταν υπήρχε η δυνατότητα να εντοπιστεί ένας από τους εμπλεκόμενους στις ελεύθερες περιοχές και να δοθούν άμεσα απαντήσεις για την τύχη των δύο αγνοουμένων.Η οικονομική αποζημίωση και η δικαστική δικαίωση, πρόσθεσε, έχουν ηθική σημασία, αλλά δεν ισοδυναμούν με πλήρη δικαιοσύνη.
Ο κος. Γεωργίου αποκάλυψε ότι έχει ήδη γίνει συζήτηση με την οικογένεια για τα επόμενα βήματα, χωρίς ωστόσο να έχουν ληφθεί ακόμη τελικές αποφάσεις.Όπως είπε, στο τραπέζι βρίσκεται και το ενδεχόμενο περαιτέρω νομικών ενεργειών, καθώς στην αγωγή είχε ζητηθεί και διάταγμα για έκδοση ενταλμάτων σύλληψης. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει μέσω της συγκεκριμένης δικαστικής διαδικασίας. Αυτό, σύμφωνα με τον κο.Γεωργίου δεν σημαίνει ότι η οικογένεια δεν μπορεί πλέον, να ζητήσει από τις Αρχές να προχωρήσουν σε περαιτέρω ενέργειες.
Ερωτηθείς εάν από την Παρασκευή, όταν έγινε γνωστή η απόφαση, μέχρι και σήμερα υπήρξε οποιαδήποτε επικοινωνία από πλευράς της πολιτείας ή της Νομικής Υπηρεσίας, ο κος.Γεωργίου απάντησε πως δεν υπήρξε. Κλείνοντας, δήλωσε πως η οικογένεια αναμένει πλέον να διαπιστώσει εάν η απόφαση του Ανωτάτου θα αποτελέσει την αρχή για μία διαφορετική αντιμετώπιση της υπόθεσης.



