weather widget icon
28.9 °C
ΤΕΤΑΡΤΗ
15.07.2026 13:48
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
Advertisement
15.07.2026
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΑ ΝΕΑ
13:06

Ρεκόρ στις πωλήσεις ακινήτων, αλλά τα ενοίκια συνεχίζουν να ανεβαίνουν

Τι πραγματικά λείπει από την αγορά κατοικίας
ALPHANEWSLIVE

Takeaways by alphanews.live

Σχετικά με αυτή την περίληψη

Αυτή η περίληψη δημιουργήθηκε αυτόματα με τεχνητή νοημοσύνη για να σας βοηθήσει να κατανοήσετε γρήγορα τα κύρια σημεία του άρθρου.

Οι περιλήψεις AI μπορεί να περιέχουν ανακρίβειες. Διαβάστε το πλήρες άρθρο για λεπτομέρειες.

  • Η κυπριακή αγορά ακινήτων κατέγραψε το 2025 ιστορικό υψηλό με συναλλαγές ύψους 6,5 δισεκατομμυρίων ευρώ και σημαντική αύξηση στις άδειες οικοδομής.
  • Παρά την έντονη οικοδομική δραστηριότητα, τα ενοίκια συνεχίζουν να αυξάνονται και η διαθεσιμότητα κατοικιών για μακροχρόνια μίσθωση παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη.
  • Οι πρόσφατες κυβερνητικές εξαγγελίες για τη δημιουργία 10.000 νέων κατοικιών αναγνωρίζουν το στεγαστικό πρόβλημα, απαιτώντας πλέον εξειδικευμένα εργαλεία υλοποίησης.
  • Η υιοθέτηση του μοντέλου Build-to-Rent προτείνεται ως λύση για τη δημιουργία σταθερού αποθέματος κατοικιών που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες των εργαζομένων και των οικογενειών.
  • Η επιτυχία της στεγαστικής πολιτικής εξαρτάται από τη συνεργασία κράτους και ιδιωτικού τομέα για την παροχή ποιοτικών και προσιτών κατοικιών.

Η κυπριακή αγορά ακινήτων διανύει μία από τις πιο δυναμικές περιόδους της τελευταίας δεκαετίας. Οι επενδύσεις αυξάνονται, οι συναλλαγές καταγράφουν νέα υψηλά και οι νέες αναπτύξεις αλλάζουν σταδιακά την εικόνα των πόλεων.

Την ίδια στιγμή όμως, για χιλιάδες ανθρώπους που ζουν και εργάζονται στην Κύπρο, η αναζήτηση κατοικίας γίνεται ολοένα δυσκολότερη. Τα ενοίκια συνεχίζουν να αυξάνονται, η διαθεσιμότητα παραμένει περιορισμένη και η πρόσβαση σε ποιοτική, προσιτή στέγη αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της καθημερινότητας.

Advertisement

Δεν είναι τυχαίο ότι η στεγαστική πολιτική βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Οι πρόσφατες εξαγγελίες για τη δημιουργία 10.000 νέων κατοικιών αποτελούν μια σημαντική εξέλιξη και δείχνουν ότι υπάρχει πλέον ευρύτερη πολιτική αναγνώριση του προβλήματος. Το επόμενο όμως βήμα είναι ακόμη σημαντικότερο: πώς θα μετατραπούν οι εξαγγελίες σε πραγματικά σπίτια και πώς θα διασφαλιστεί ότι αυτά θα ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς.

Γιατί το ζήτημα σήμερα δεν είναι μόνο πόσες κατοικίες χτίζονται. Είναι ποιες κατοικίες χτίζονται.

Το 2025 αποτέλεσε ακόμη μία χρονιά-ρεκόρ για την αγορά ακινήτων στην Κύπρο. Η συνολική αξία των συναλλαγών έφτασε τα €6,5 δισεκατομμύρια, αυξημένη κατά 8%, ενώ πραγματοποιήθηκαν περίπου 25.600 μεταβιβάσεις ακινήτων. Παράλληλα, οι άδειες οικοδομής αυξήθηκαν κατά 9% σε αριθμό και κατά 28% σε αξία.

Advertisement

Με άλλα λόγια, η Κύπρος χτίζει περισσότερο από ποτέ. Θα περίμενε κανείς ότι η αυξημένη οικοδομική δραστηριότητα θα οδηγούσε σταδιακά και σε μεγαλύτερη αποκλιμάκωση των ενοικίων. Τα στοιχεία όμως δείχνουν κάτι διαφορετικό.

Σύμφωνα με την ετήσια ανάλυση του Τμήματος Κτηματολογίου, μέσα σε έναν μόλις χρόνο το μέσο ενοίκιο ενός διαμερίσματος τριών υπνοδωματίων στη Λευκωσία αυξήθηκε από περίπου €950 στα €1.300. Αντίστοιχα, ακόμη και τα μικρότερα διαμερίσματα καταγράφουν σταθερή ανοδική πορεία, ενώ στοιχεία της Perprice επιβεβαιώνουν νέες αυξήσεις στις περισσότερες μεγάλες πόλεις της χώρας.

Advertisement

Την ίδια στιγμή, τα διαθέσιμα ακίνητα προς μακροχρόνια ενοικίαση παραμένουν ελάχιστα. Στη Λεμεσό τα ποσοστά διαθεσιμότητας υπολογίζονται πλέον μεταξύ 2% και 4%, ενώ οι σωστά τιμολογημένες κατοικίες απορροφώνται μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο. Η οικοδομική δραστηριότητα αυξάνεται, όμως οι πιέσεις στην αγορά ενοικίων όχι μόνο δεν μειώνονται αλλά ενισχύονται. Η εξήγηση βρίσκεται στον χαρακτήρα της νέας προσφοράς.

Τα στοιχεία της Eurostat αποκαλύπτουν μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εικόνα. Μεταξύ 2010 και 2024 οι τιμές κατοικιών στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκαν συνολικά κατά 55,4%, ενώ τα ενοίκια αυξήθηκαν κατά 26,7%. Η Κύπρος ακολούθησε διαφορετική πορεία.

Advertisement

Ήταν μία από τις ελάχιστες χώρες όπου οι τιμές πώλησης κατοικιών παρέμειναν σχεδόν στα ίδια επίπεδα σε σχέση με το 2010. Αντίθετα, τα ενοίκια συνέχισαν να αυξάνονται χρόνο με τον χρόνο. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι πλέον λειτουργούν δύο διαφορετικές αγορές. Από τη μία βρίσκεται η αγορά πώλησης κατοικιών, η οποία εξυπηρετεί κυρίως ιδιοκατοίκηση και επενδυτές.

Από την άλλη βρίσκεται η αγορά ενοικίασης, η οποία καλύπτει τις ανάγκες εργαζομένων, νέων ζευγαριών, οικογενειών και ανθρώπων που μετακινούνται μεταξύ των πόλεων για εργασία. Όταν αυτές οι δύο αγορές δεν εξελίσσονται παράλληλα, η αύξηση των νέων αναπτύξεων δεν μεταφράζεται αυτόματα και σε περισσότερες διαθέσιμες κατοικίες προς ενοικίαση.

Με άλλα λόγια, η χώρα δεν αντιμετωπίζει απλώς έλλειψη κατοικιών. Αντιμετωπίζει έλλειψη κατοικιών που απευθύνονται στη σημερινή ζήτηση. Στην πράξη, εξακολουθούν να αναπτύσσονται μεγάλες κατοικίες, πολυτελείς βίλες ή έργα που σχεδιάζονται πρωτίστως για πώληση. Αυτό που εξακολουθεί να λείπει είναι το προϊόν που αναζητά ένας νέος εργαζόμενος, μια οικογένεια ή ένας επαγγελματίας που χρειάζεται ένα σύγχρονο, ασφαλές και σταθερό σπίτι με μακροχρόνια προοπτική.

Advertisement

Η δημόσια συζήτηση για τις 10.000 νέες κατοικίες δημιουργεί λοιπόν μια σημαντική ευκαιρία. Όχι μόνο να αυξηθεί ο αριθμός των κατοικιών που θα προστεθούν στην αγορά, αλλά να δοθεί έμφαση και στο είδος τους. Γιατί η επιτυχία της στεγαστικής πολιτικής δεν θα κριθεί αποκλειστικά από τον αριθμό των κατοικιών που θα ανακοινωθούν, αλλά από το κατά πόσο αυτές θα ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών.

Αυτό ακριβώς είναι το κενό που καλύπτει το μοντέλο Build-to-Rent (BtR), το οποίο τα τελευταία χρόνια γνωρίζει σημαντική ανάπτυξη σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Σε αντίθεση με το παραδοσιακό μοντέλο ανάπτυξης, όπου οι κατοικίες κατασκευάζονται με σκοπό την πώληση, το Build-to-Rent σχεδιάζεται εξαρχής για μακροχρόνια ενοικίαση. Ολόκληρα κτίρια παραμένουν υπό ενιαία ιδιοκτησία και επαγγελματική διαχείριση, δημιουργώντας ένα σταθερό απόθεμα κατοικιών που παραμένει διαθέσιμο στην αγορά ενοικίασης.

Η διαφορά δεν είναι μόνο επιχειρηματική. Είναι κυρίως κοινωνική. Ο ενοικιαστής αποκτά μεγαλύτερη ασφάλεια, καλύτερες υπηρεσίες διαχείρισης και μια πιο προβλέψιμη σχέση με τον ιδιοκτήτη. Παράλληλα, η αγορά αποκτά ένα μόνιμο απόθεμα κατοικιών που δεν αποσύρεται εύκολα για μεταπώληση ή για άλλες χρήσεις.

Σε χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία, η Ολλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, σημαντικό μέρος της αγοράς ενοικίασης λειτουργεί πλέον μέσα από θεσμικούς επενδυτές, ασφαλιστικά ταμεία, συνταξιοδοτικά ταμεία και εξειδικευμένους φορείς διαχείρισης κατοικιών.

Το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των μοντέλων είναι ότι αντιμετωπίζουν την κατοικία ως μακροχρόνια επένδυση και όχι ως προϊόν άμεσης πώλησης.

Η Κύπρος βρίσκεται ακόμη στα πρώτα βήματα αυτής της συζήτησης. Όμως τα δεδομένα δείχνουν ότι η ανάγκη μεγαλώνει. Μεταξύ 2014 και 2024, το ποσοστό των κυπριακών νοικοκυριών που ζουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία αυξήθηκε από 27,1% σε 30,6%. Πρόκειται για μια ουσιαστική διαρθρωτική αλλαγή που αντικατοπτρίζει τις νέες ανάγκες της αγοράς εργασίας, τη μεγαλύτερη κινητικότητα των εργαζομένων και τις δυσκολίες πρόσβασης στην ιδιοκατοίκηση για αρκετές οικογένειες.

Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η αγορά ενοικίασης δεν αποτελεί πλέον μια μεταβατική επιλογή για λίγους. Αποτελεί βασικό πυλώνα της στεγαστικής πολιτικής των επόμενων ετών.

Οι πρόσφατες πολιτικές εξαγγελίες για τη δημιουργία χιλιάδων νέων κατοικιών αποτελούν μια σημαντική αφετηρία. Δείχνουν ότι το πρόβλημα έχει πλέον αναγνωριστεί σε ανώτατο επίπεδο και ότι υπάρχει πολιτική βούληση για αύξηση της προσφοράς.

Η πραγματική επιτυχία όμως δεν θα κριθεί από τον αριθμό που θα αναγράφεται στις εξαγγελίες. Θα κριθεί από τον αριθμό των κατοικιών που θα παραδοθούν, από την ταχύτητα με την οποία θα υλοποιηθούν τα έργα και από το κατά πόσο οι νέες κατοικίες θα ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς.

Αυτό σημαίνει ότι η δημόσια συζήτηση πρέπει σταδιακά να μετατοπιστεί από τις ανακοινώσεις στα εργαλεία υλοποίησης. Πώς θα επιταχυνθούν οι αδειοδοτήσεις; Πώς θα αξιοποιηθεί η κρατική γη; Ποια κίνητρα θα ενθαρρύνουν επενδύσεις σε κατοικίες μακροχρόνιας ενοικίασης; Πώς θα δημιουργηθεί ένα σταθερό θεσμικό πλαίσιο που θα επιτρέψει σε ιδιωτικά κεφάλαια να επενδύσουν με μακροπρόθεσμο ορίζοντα; Αυτά είναι τα ερωτήματα που θα καθορίσουν εάν η σημερινή συγκυρία θα οδηγήσει σε ουσιαστική αύξηση της προσφοράς ή αν θα χαθεί ακόμη μία ευκαιρία.

Η Κύπρος δεν χρειάζεται να ανακαλύψει τον τροχό. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετώπισαν ανάλογες πιέσεις στη στέγαση κατέληξαν σε ένα κοινό συμπέρασμα: καμία πλευρά δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα μόνη της.

Το κράτος μπορεί να δημιουργήσει το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο, να επιταχύνει τις διαδικασίες, να αξιοποιήσει δημόσια γη και να σχεδιάσει στοχευμένα κίνητρα. Ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να προσφέρει κεφάλαια, τεχνογνωσία, ταχύτητα και δυνατότητα υλοποίησης μεγάλων έργων.

Η συνεργασία των δύο είναι εκείνη που έχει αποδώσει τα καλύτερα αποτελέσματα σε χώρες που σήμερα διαθέτουν πιο ώριμες και ισορροπημένες αγορές κατοικίας.

Η Κύπρος διαθέτει ήδη μια ισχυρή αναπτυξιακή βιομηχανία, σημαντική εμπειρία στην προσέλκυση επενδύσεων και έναν κατασκευαστικό κλάδο που έχει αποδείξει ότι μπορεί να υλοποιεί σύνθετα έργα.

Το επόμενο βήμα είναι να κατευθυνθεί μεγαλύτερο μέρος αυτής της δυναμικής προς τη δημιουργία κατοικιών που θα παραμείνουν διαθέσιμες για όσους πραγματικά τις χρειάζονται.

Η συζήτηση για τη στέγαση στην Κύπρο έχει αλλάξει. Μέχρι πρόσφατα συζητούσαμε κυρίως το αν υπάρχει πρόβλημα. Σήμερα συζητούμε πώς θα αυξήσουμε την προσφορά. Αυτό από μόνο του αποτελεί σημαντική πρόοδο.

Οι εξαγγελίες για νέες κατοικίες δημιουργούν μια μοναδική ευκαιρία να σχεδιαστεί μια πιο ολοκληρωμένη στεγαστική πολιτική, που δεν θα μετρά μόνο πόσες κατοικίες κατασκευάζονται, αλλά και σε ποιους απευθύνονται, με ποιο μοντέλο διαχείρισης και με ποια μακροχρόνια επίδραση στην αγορά.

Η Κύπρος έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να προσελκύει επενδύσεις και να χτίζει. Το επόμενο μεγάλο στοίχημα είναι να διασφαλίσει ότι ένα μεγαλύτερο μέρος αυτής της ανάπτυξης θα μεταφράζεται σε περισσότερες, ποιοτικότερες και πιο προσιτές κατοικίες για όσους ζουν και εργάζονται στη χώρα.

Γιατί τελικά, η επιτυχία της στεγαστικής πολιτικής δεν θα μετρηθεί μόνο από τον αριθμό των νέων κατοικιών που θα ανακοινωθούν. Θα μετρηθεί από τον αριθμό των ανθρώπων που θα μπορούν πραγματικά να βρουν ένα σπίτι που να μπορούν να αποκαλούν σπίτι τους.

Advertisement

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Βρείτε όλες τις θεματικές κατηγορίες του Alpha News παρακάτω

Ζωντανή Ροή Ειδήσεων

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

More