Η επιστροφή Κύπριων επιστημόνων της ιατρικής στην πατρίδα τους, ύστερα από χρόνια σπουδών και προϋπηρεσίας σε νοσοκομεία του εξωτερικού, αντί για ευκαιρία προσφοράς στο Γενικό Σύστημα Υγείας, μοιάζει να μετατρέπεται σ’ έναν σκληρό, γραφειοκρατικό εφιάλτη.
Χαρακτηριστικο παράδειγμα, οι άκαμπτες απαιτήσεις για τον αριθμό ωρών πρακτικής άσκησης και την ονοματολογία των τίτλων από το Συμβούλιο Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων και Διαιτολόγων που έχει βρεθεί στο «στόχαστρο» καταγγελιών για παραβίαση της αρχής της Αναλογικότητας.
Το θέμα έφτασε να συζητείται εδώ και καιρό στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ενώ η Ευρωπαϊκη Επιτροπή έχει στα χέρια της συγκεκριμένες καταγγελίες από άτομα που επηρεάζονται άμεσα και για χρόνια.
Το Alphanews.Live καταγράφει τα όσα διαδραματίζονται στο χώρο των Διαιτολόγων και πως μία σημαντική μερίδα επαγγελματιών μένουν εκτός συστήματος, την ώρα που η Πολιτεία φαίνεται να αδυνατεί να παρέμβει κι ο προτεινόμενος τροποποιητικός νόμος, κινδυνεύει να «τσιμεντώσει» τις υφιστάμενες στρεβλώσεις.
Το αδιέξοδο
Σύμφωνα με τα όσα καταγγέλλονται, αρκετοί επιστήμονες που ενώ έχουν ολοκληρώσει τις σπουδές τους σε άλλες χώρες, τις οποίες η ΕΕ αναγνωρίζει μαθήματα και επαγγελματική εμπειρία, δεν μπορούν να αναγνωριστούν στην Κύπρο. Ακόμα και σε περιπτώσεις όπου το πτυχίο προέρχεται από ανώτατα ακαδημαϊκά ιδρύματα ή πανεπιστημιακά νοσοκομεία.
Επιστρέφοντας στην Κύπρο αρκετοί διαιτολόγοι έρχονται αντιμέτωποι με μια κλειστή πόρτα, από το Συμβούλιο Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων και Διαιτολόγων το οποίο φαίνεται να εφαρμόζει μια πολύ στενή πολιτική για το ποιος μπορεί να εγγραφεί στο μητρώο.
Ακόμη και με πολυετή επαγγελματική εμπειρία σε νοσοκομεία του εξωτερικού, ή μια μικρή απόκλιση λίγων ωρών από το όριο των 1000 ωρών πρακτικής που θέτει το κυπριακό πλαίσιο, αρκεί για την απόρριψη της αίτησης.
Κι αυτό συμβαίνει επειδή το Συμβούλιο Εγγραφής, επικεντρώνεται στην ακριβή ονομασία του τίτλου και τον αυστηρό αριθμό ωρών πρακτικής άσκησης, παραβλέποντας την ουσία. Δηλαδή, η αξιολόγηση τους σταματά στον τίτλο και όχι στο περιεχόμενο των σπουδών, αναγκάζοντας πολίτες της Ε.Ε. να καταφεύγουν σε ιδιωτικούς φορείς εκτός Ευρώπης (π.χ. ΗΠΑ, Νέα Ζηλανδία ή Ηνωμένο Βασίλειο) για να πιστοποιήσουν τις γνώσεις τους.
Η άλλη επιλογή η οποία δίνεται σε όσους επιστρέφουν στην Κύπρο για να εργαστούν σε αυτό το οποίο σπούδασαν, είναι να επιστρέψουν πίσω στο πανεπιστήμιο και να αποκτήσουν τον τίτλο του «Κλινικού Διαιτολόγου» μέσω μεταπτυχιακού. Ένας τίτλος που εκτός από ότι προσφέρεται περιορισμένα στην Κύπρο, δεν υπάρχει στο εξωτερικό και είναι αρκετά κοστοβόρο και χρονοβόρο.
Τι ορίζει η Ευρώπη και τι δεν κάνει η Κύπρος
Οι καταγγέλλοντες έχουν αποταθεί επανειλημμένα τόσο στο Υπουργείο Υγείας, όσο και στο Συμβούλιο Εγγραφής. Το μεν πρώτο, δεν έχει απαντήσει ποτέ, ενώ το Συμβούλιο απορρίπτει τις αιτήσεις για εγγραφή με ενδεχομένως, αβάσιμες δικαιολογίες.
Είναι αξιοσημείωτο ότι, ενώ το ΚΥΣΑΤΣ αναγνωρίζει τους τίτλους σπουδών στο βαθμό που του επιτρέπεται, το Συμβούλιο Εγγραφής αρνείται την επαγγελματική κατοχύρωση.
Η «Αρχή της αναλογικότητας»
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2005/36/ΕΚ, η αναγνώριση των προσόντων πρέπει να βασίζεται στην αρχή της αναλογικότητας. Το κρίσιμο κριτήριο δεν είναι η ταύτιση των ωρών ή των τίτλων, αλλά η ουσιαστική ισοδυναμία των γνώσεων.
Όταν εντοπίζονται διαφορές, το κράτος υποδοχής υποχρεούται:
- Να αξιολογήσει αν η επαγγελματική εμπειρία καλύπτει τα κενά.
- Να προτείνει αντισταθμιστικά μέτρα (π.χ. δοκιμασία επάρκειας), αντί για οριζόντιο αποκλεισμό.
Με λίγα λόγια θα έπρεπε, τα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν πέραν τους τίτλους σπουδών και την επαγγελματική εμπειρία, όπου στην συγκεκριμένη περίπτωση αρκετά άτομα έχουν εργαστεί για αρκετά χρόνια στο εξωτερικό.
Η παρέμβαση από το κράτος ενώ επιβάλλεται για να ξεκαθαρίσει το τοπίο, έχει μέχρι στιγμής καταστεί αδύνατη. Ο λόγος, επειδή το Συμβούλιο Εγγραφής, παρά το γεγονός ότι διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, συχνά επικαλείται την ανεξαρτησία του, αφήνοντας τους επαγγελματίες χωρίς ουσιαστική γέφυρα ένταξης στο σύστημα υγείας και το ΓεΣΥ.
Ο Τροποποιητικός Νόμος
Μέσα σε όλη αυτή τη δαιδαλώδη διαδικασία, βρίσκεται στα συρτάρια της Βουλής -τουλάχιστον για μια τριετία- το προσχέδιο τροποποίησης της νομοθεσίας. Το περιεχόμενο της τροποποίησης, αν και το νομοσχέδιο εισάγει τη νομοθετική κατοχύρωση του «Διατροφολόγου», φαίνεται ότι δεν αλλάζει ουσιαστικά τα δεδομένα, που για χρόνια διατηρούνται.
Μέσα από τις τροποποιήσεις στη νομοθεσία, παρατηρείται ότι οι αλλαγές που είχαν εισηγηθεί τότε δημιουργούν από τη μια, την κατηγορία «Διατροφολόγων», ωστόσο με περιορισμένα καθήκοντα, καθώς τους απαγορεύει ρητά τον σχεδιασμό ατομικών διαιτολογίων. Παραμένει επίσης η επιμονή στις 1000 ώρες πρακτικής άσκησης για τους κλινικούς διαιτολόγους κατοχυρώνονται πλέον νομοθετικά, καθιστώντας ακόμα πιο δύσκολη την αμφισβήτηση του ορίου αυτού βάσει επαγγελματικής εμπειρίας.
Ο λόγος είναι γιατί, στο προσχέδιο του νόμου, η απαίτηση για την εγγραφή ενός προσώπου ως κλινικού διαιτολόγου περιλαμβάνει την επιτυχή συμπλήρωση αναγνωρισμένης και επιτηρούμενης πρακτικής άσκησης τουλάχιστον 1000 ωρών. Η άσκηση αυτή προβλέπεται να διεξάγεται εκτός του ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, σε αναγνωρισμένα και πιστοποιημένα νοσοκομεία ή άλλα παρόμοια κέντρα υγείας, καθώς και σε ακαδημαϊκά ή επαγγελματικά ιδρύματα.
Αν και ο νόμος δεν επιβάλλει ρητά τη διεξαγωγή της πρακτικής αποκλειστικά στην Κύπρο, δημιουργεί ένα αυστηρό πλαίσιο αξιολόγησης για τις σπουδές στο εξωτερικό.
Θα πρέπει δηλαδή η πρακτική να γίνεται σε ιδρύματα που αναγνωρίζονται από το Συμβούλιο, κάτι το οποίο είναι στη διακριτική ευχέρεια του. Αν κριθεί ότι ο τίτλος ή η πρακτική άσκηση που αποκτήθηκαν σε οποιαδήποτε χώρα, δεν αναγνωρίζονται για τον οποιοδήποτε λόγο, ο επαγγελματίας αποκλείεται αυτόματα.
Η νομοθετική κατοχύρωση των 1000 ωρών, ακόμη και αν αυτές συνοδεύονται από πολυετή επαγγελματική εμπειρία, περιορίζει ακόμη περισσότερο, επαγγελματίες που έχουν χρόνια θητείας ακόμα και σε μεγάλα νοσοκομεία του εξωτερικού.
Τέλος, τελείται έμμεσα οικονομικός «στραγγαλισμός» καθώς, η μη αναγνώριση ως διαιτολόγου συνεπάγεται αποκλεισμό από το ΓεΣΥ και επιπλέον επιβάρυνση των ασθενών με 19% ΦΠΑ, δημιουργώντας συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού στην αγορά.
Σημειώνεται ότι ο τροποποιητικός νόμος βρίσκεται ενώπιον της Επιτροπής Υγείας από τον Ιανουάριο του 2022.
Το κερασάκι… στην τούρτα της απόρριψης
Κι ενώ επιστήμονες με δεκαετή εμπειρία απορρίπτονται, απόφοιτοι άλλων κλάδων μπορούν να αναγνωριστούν πλήρως ως κλινικοί διαιτολόγοι ολοκληρώνοντας απλώς ένα μεταπτυχιακό στην Κύπρο.
Οι τροποποιήσεις που είχαν εισηγηθεί πριν χρόνια, φαίνεται πως εξυπηρετούν περισσότερο τον έλεγχο του επαγγέλματος παρά την αποκατάσταση των επαγγελματιών. Δημιουργώντας παράλληλα επαγγελματίες δύο ταχυτήτων με όσους έχουν εγγραφεί να προσφέρουν φθηνότερες υπηρεσίες και εντός του ΓεΣΥ, σε αντίθεση με όσους αποκλείονται.
Η αντίφαση αυτή πέραν από την πιθανή αδικία που φαίνεται να εμπερικλύει, προκαλεί ερωτήματα για το κατά πόσο το σύστημα στοχεύει στην προστασία της δημόσιας υγείας ή στην προστασία μιας κλειστής επαγγελματικής ομάδας.