Διάσταση απόψεων ως προς την ετοιμότητα να κατατεθεί το νομοσχέδιο για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού διαφάνηκε την Πέμπτη κατά την συνεδρία του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος, μεταξύ Υπουργείου Εργασίας και Συντεχνιών ΣΕΚ και ΠΕΟ, με τον Υπουργό Μαρίνο Μουσιούττα να αναφέρει μετά το τέλος της συζήτησης ότι η διαφορά απόψεων είναι σεβαστή και δικαιολογημένη.
Τόνισε ωστόσο, ότι κρίθηκε αναγκαίο να προχωρήσει η κατάθεση του νομοσχεδίου, εξηγώντας ότι «έχουμε όλο το καλοκαίρι μπροστά μας να ξανασυζητήσουμε», με στόχο όπως ανέφερε να ξεκινήσει η συζήτηση με την έναρξη των εργασιών της Βουλής το Φθινόπωρο, «και να εφαρμοστεί όπως προτιθέμεθα και όπως αντιλαμβάνομαι όλοι το επιζητούν, την 1/1 του 27».
Από την πλευρά τους ΣΕΚ και ΠΕΟ ανέφεραν στις δηλώσεις τους ότι είναι σημαντικότερο το περιεχόμενο της μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος παρά το χρονοδιάγραμμα, τονίζοντας ότι το ζητούμενο της μεταρρύθμισης είναι η επάρκεια των συντάξεων.
Κατά τη σημερινή συνεδρία του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος συμμετείχε και εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος προχώρησε σε ανάλυση της επενδυτικής πολιτικής και του τρόπου αποπληρωμής του χρέους του κράτους προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Αναφέρθηκε επίσης ότι η επόμενη συνάντηση του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος έχει προγραμματιστεί για τις 15 Ιουνίου.
Ανεξάρτητη οντότητα για τη διαχείριση των επενδύσεων του Ταμείου
Σε δηλώσεις του, ο κ. Μουσιούττας εξήγησε ότι η ανάλυση συνοψίζεται σε πέντε βασικά σημεία, με 1ο τον τερματισμό της διαχρονικής πρακτικής δανεισμού του κράτους από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ως εκ τούτου, «όλα τα μελλοντικά πλεονάσματα θα μπαίνουν στον λογαριασμό του ταμείου για σκοπούς επενδύσεων».
Ο Υπουργός Εργασίας πρόσθεσε ότι για σκοπούς χρηστής διαχείρισης των επενδύσεων του Ταμείου θα δημιουργηθεί ξεχωριστή ανεξάρτητη οντότητα, στη βάση διεθνών προτύπων διακυβέρνησης, εξηγώντας ότι προσανατολίζονται στη δημιουργία ενός ταμείου «κατ’ αναλογία του νόμου που ψήφισε η Βουλή για το ταμείο των υδρογονανθράκων».
Σε σχέση με το υφιστάμενο χρέος του κράτους προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύψους περίπου 12 δισεκατομμυρίων ευρώ, ο κ. Μουσιούττας σημείωσε ότι αυτό θα ρυθμιστεί μέσω σταδιακής αποπληρωμής, λαμβάνοντας υπόψη τα δημόσια οικονομικά. Όπως εξήγησε, «η αποπληρωμή των δόσεων θα διασυνδεθεί με το δημόσιο χρέος. Το κράτος θα πληρώνει δόσεις όταν το χρέος είναι κάτω από συγκεκριμένο ποσοστό του ΑΕΠ που θα συμφωνηθεί».
Παράλληλα, ανέφερε ότι οι δόσεις του κράτους προς το Ταμείο θα μεταφέρονται ετησίως στον ίδιο λογαριασμό επενδύσεων, με τα χρήματα να επενδύονται «μέσα στα πλαίσια χαμηλού και επιμετρημένου κινδύνου».
Όπως είπε, η αρχή που θα δημιουργηθεί θα μπορεί να επενδύει, αλλά θα υπάρχουν αυστηροί κανόνες στην επενδυτική πολιτική.
Ενιαίο έμβασμα για χαμηλοσυνταξιούχους και το πέναλτι του 12%
Αναφερόμενος στον πυλώνα μηδέν, ο Υπουργός Εργασίας είπε ότι σε συνεργασία με το Υφυπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας αποφασίστηκε νέα διαδικασία για τις ενισχύσεις προς χαμηλοσυνταξιούχους. Όπως εξήγησε, οι πολίτες θα λαμβάνουν ένα ενιαίο έμβασμα και οι διαδικασίες μεταξύ των δύο Υπουργείων θα διευθετούνται εσωτερικά, ώστε οι δικαιούχοι να χρειάζεται να αποτείνονται μόνο μία φορά για να λαμβάνουν τα ωφελήματα που δικαιούνται.
Παράλληλα, σημείωσε ότι με την αύξηση των συντάξεων και τη μείωση της αναλογιστικής μείωσης του 12%, τα ποσά που δίδονται ως κρατική ενίσχυση στους χαμηλοσυνταξιούχους αναμένεται σταδιακά να μειώνονται. Ο Υπουργός είπε επίσης ότι συνεχίζεται παράλληλα η συζήτηση για τον δεύτερο πυλώνα, δηλαδή τα Ταμεία Προνοίας, τα οποία χαρακτήρισε «αναπόσπαστο μέρος του γενικότερου συνταξιοδοτικού σχεδιασμού».
Σε ό,τι αφορά το θέμα της αναλογιστικής μείωσης του 12%, ανέφερε ότι «υπάρχει θέση της κυβερνητικής πλευράς ότι θα υπάρχει μείωση της αναλογιστικής μείωσης του 12%». Απαντώντας σε ερώτηση για την επενδυτική κατεύθυνση των αποθεματικών του Ταμείου, ο Υπουργός Εργασίας εξήγησε ότι η νέα Αρχή αναμένεται να ξεκινήσει τη λειτουργία της την 1η Ιανουαρίου 2028.
Μέχρι τότε, όπως είπε, θα συνεχιστεί η υφιστάμενη διαδικασία, ενώ στο μεσοδιάστημα θα πρέπει να καθοριστεί η επενδυτική πολιτική του Ταμείου. «Μιλούμε για ένα τεράστιο ταμείο και πρέπει να είναι πάρα πολύ προσεκτικά και η επιλογή αυτών που θα είναι μέσα σε αυτό το συμβούλιο και η διαχείριση που πρέπει να γίνεται», ανέφερε, σημειώνοντας παράλληλα ότι θα υπάρχει και συμβουλευτική συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στη διαχείριση του Ταμείου.
«Άρα θα δίνονται περισσότερα λεφτά από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και λιγότερα από το κράτος, πάντα έχοντας υπόψη τα δεδομένα που θα υπάρχουν σε κάθε περίοδο», ανέφερε.
Οι θέσεις των συντεχνιών
Σε δηλώσεις του ο ΓΓ της ΣΕΚ Ανδρέας Μάτσας είπε ότι η πεμπτουσία για την ΣΕΚ είναι η δημιουργία των απαιτούμενων προϋποθέσεων, έτσι ώστε η μεταρρύθμιση να είναι συνολική και να πετυχαίνει την επάρκεια στις συντάξεις, σημειώνοντας πως είναι «κάτι το οποίο δυστυχώς αυτή τη στιγμή δεν διαφαίνεται να είναι εφικτό».
Τόνισε ότι από τη στιγμή που δεν φαίνεται να διασφαλίζεται η επάρκεια των συντάξεων, «θα πρέπει το συνταξιοδοτικό σύστημα, η μεταρρύθμιση να διασυνδεθεί με τον δεύτερο πυλώνα, που είναι τα ταμεία προνοίας». Πρόσθεσε ότι «η αποσπασματική προσέγγιση των ζητημάτων δεν οδηγεί σε μία επωφελή μεταρρύθμιση».
Αναφερόμενος στις συζητήσεις που έγιναν, ο κ. Μάτσας σημείωσε ότι υπήρξε «ουσιαστική συζήτηση σε σχέση με τη διαχείριση του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, την αποκατάσταση του χρέους του Κράτους προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και παράλληλα τον τρόπο με τον οποίο θα προσεγγίζεται η πολιτική που διασυνδέεται με τις επενδύσεις για να δημιουργείται και ένα ανταποδοτικό όφελος για τους δικαιούχους».
Παράλληλα, υπενθύμισε ότι η συνολική μεταρρύθμιση αποτελείται από διαφορετικά στοιχεία που δεν μπορούν να εξετάζονται αποσπασματικά. «Ο πυλώνας δύο, που είναι τα ταμεία προνοίας, δεν μπορεί να απαιτεί να συζητηθεί αφότου κατατεθεί το νομοσχέδιο για τον πρώτο πυλώνα στη Βουλή», ανέφερε.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Μάτσας και στο θέμα του 12% της αναλογιστικής αναπροσαρμογής, σημειώνοντας ότι η ΣΕΚ έχει ήδη καταθέσει συγκεκριμένη εισήγηση για ουσιαστική στήριξη των συνταξιούχων που επηρεάζονται αρνητικά.
Ο ΓΓ της ΣΕΚ ξεκαθάρισε επίσης ότι η οργάνωση δεν μπορεί να αποδεχθεί την κατάθεση νομοσχεδίου στη Βουλή χωρίς να έχει ξεκαθαρίσει ποιο θα είναι το πλαίσιο διαχείρισης του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων και χωρίς να έχει ρυθμιστεί ο δεύτερος πυλώνας που είναι τα ταμεία προνοίας.
«Θέλω να πιστεύω ότι θα γίνουν δεύτερες σκέψεις σε σχέση με τον τρόπο ολοκλήρωσης της διαδικασίας για να είναι το αποτέλεσμα συνολικό, αλλά πολύ περισσότερο να είναι στοχευμένο σε σχέση και σε συνάρτηση με αυτό που καθορίσαμε ως κοινή στόχευση από την πρώτη στιγμή: την επάρκεια των συντάξεων, έτσι ώστε κανένας συνταξιούχος να μην λαμβάνει σύνταξη κάτω από το όριο της φτώχειας», ανέφερε.
Ανέφερε επίσης ότι η ΣΕΚ θεωρεί προτιμότερο να υπάρξει καθυστέρηση μερικών μηνών στην κατάθεση των νομοσχεδίων, παρά να επισπευσθεί η διαδικασία χωρίς ολοκληρωμένο αποτέλεσμα, προειδοποιώντας παράλληλα και για το ενδεχόμενο η φιλοσοφία και ο σχεδιασμό του πλαισίου να ανατραπεί μέσα από την πολιτική πλέον συζήτηση του θέματος.
Από την πλευρά της η ΓΓ της ΠΕΟ Σωτηρούλα Χαραλάμπους υπογράμμισε ότι «εμείς επιλέξαμε συνειδητά να πούμε «ναι» ή «όχι» όταν θα έχουμε όλη την εικόνα της μεταρρύθμισης μπροστά μας και θα το κρίνουμε το «ναι» ή το «όχι» μας με βάση έναν βασικό στόχο «που θεωρούμε ότι πρέπει να είναι ο κεντρικός και μοναδικός στόχος της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης: εισόδημα στους συνταξιούχους που δε θα τους κατατάσσει στους φτωχούς συνταξιούχους».
Η κ. Χαραλάμπους σημείωσε ότι δεν τέθηκε ενώπιον τους η τελική εισήγηση για την αύξηση των συντάξεων, προσθέτοντας ότι το ζήτημα δεν είναι διαδικαστικό, αλλά «υπάρχει ζήτημα που αφορά το όριο της φτώχειας».
Υπογράμμισε επίσης ως σημαντικό το «να υπάρξει ένα πλαίσιο συγκεκριμένο, που θα κάνει τα ταμεία προνοίας βασικό συστατικό στοιχείο της επάρκειας του εισοδήματος μετά από τη συνταξιοδότηση», προσθέτοντας ότι η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση αφορά και τους σημερινούς και τους αυριανούς συνταξιούχους.
Σε σχέση με το 12% η κ. Χαραλάμπους ανέφερε ότι έχει γίνει κατανοητό από το Υπουργείο ότι «δεν είμαστε ικανοποιημένοι με αυτό το οποίο έχει κατατεθεί ενώπιόν μας και επεξηγήσαμε τους λόγους και ζητήσαμε να γίνει αξιολόγηση και των δικών μας προτάσεων».
Σε ερώτηση για το κατά πόσο θεωρούν εφικτό χρονοδιάγραμμα για κατάθεση του νομοσχεδίου πριν κλείσουν οι διαπραγματεύσεις της Βουλής, ανέφερε ότι «δεν είναι θέμα χρόνου, είναι θέμα περιεχομένου» και το κατά πόσο το περιεχόμενο ανταποκρίνεται στους στόχους που έχουν τεθεί, προσθέτοντας ότι είναι προτιμότερο και για τα κοινοβουλευτικά κόμματα και για την ίδια την κυβέρνηση να είναι ένα πλαίσιο που στο μέγιστο δυνατό βαθμό να έχει τη συναίνεση των εργοδοτών και των εργαζομένων.



