Την πρόθεση της Κυβέρνησης να προχωρήσει σε νέα παράταση της μείωσης του φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα κίνησης, ενδεχομένως μέχρι τον Μάρτιο του 2027, ανακοίνωσε ο Υπουργός Οικονομικών Μάκης Κεραυνός. Σε δηλώσεις του μετά τη συνεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου, αναφέρθηκε στην πορεία της κυπριακής οικονομίας, υπεραμύνθηκε της δημοσιονομικής πολιτικής της Κυβέρνησης και άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο λήψης πρόσθετων μέτρων για την αντιμετώπιση της ακρίβειας.
Όπως ανέφερε, η μείωση του φόρου στα καύσιμα κίνησης, η οποία εκπνέει στο τέλος Νοεμβρίου, θα τεθεί εκ νέου ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου για ανανέωση. «Αυτό που μπορώ να αναφέρω σήμερα είναι ότι η μείωση των φορολογικών συντελεστών στα καύσιμα κίνησης, η ισχύς της οποίας λήγει στο τέλος του τρέχοντος μήνα, θα τεθεί ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου με στόχο την ανανέωσή της, ενδεχομένως μέχρι τον Μάρτιο του 2027», δήλωσε χαρακτηριστικά. Παράλληλα, σημείωσε ότι η Κυβέρνηση παρακολουθεί καθημερινά τις οικονομικές εξελίξεις και τις πιέσεις στα νοικοκυριά, εξετάζοντας τη δυνατότητα πρόσθετων παρεμβάσεων.
Αναφερόμενος στην ακρίβεια, ο Υπουργός Οικονομικών υποστήριξε ότι η ενεργειακή κρίση επηρεάζει το σύνολο σχεδόν της οικονομικής δραστηριότητας, επιβαρύνοντας το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων και τις δαπάνες των νοικοκυριών. Προειδοποίησε, μάλιστα, για ενδεχόμενη ανοδική τάση του πληθωρισμού, εκφράζοντας παράλληλα την ικανοποίησή του για την τελευταία απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να μην προχωρήσει σε περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων.
Σε ό,τι αφορά το δημοσιονομικό πλεόνασμα, ο Μάκης Κεραυνός εξέφρασε την ικανοποίησή του για τις επιδόσεις της κυπριακής οικονομίας, αποδίδοντάς τες στη συνετή και υπεύθυνη δημοσιονομική διαχείριση. Απαντώντας στην κριτική που συνδέει τα αυξημένα κρατικά έσοδα με την ακρίβεια, υποστήριξε ότι η μεγαλύτερη είσπραξη ΦΠΑ δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην αποτέλεσμα υψηλότερης φορολογικής επιβάρυνσης, αλλά συνδέεται και με την αύξηση της κατανάλωσης. «Για να υπάρχει αυξημένη κατανάλωση, σημαίνει ότι υπάρχει και διαθέσιμο εισόδημα. Αυτό ακριβώς επιδιώκουμε μέσα από την κοινωνική πολιτική της Κυβέρνησης», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι τα δημοσιονομικά πλεονάσματα αξιοποιούνται για τη στήριξη των πολιτών, ιδιαίτερα των ευάλωτων νοικοκυριών.
Ο Υπουργός υπογράμμισε επίσης τη σημασία της μείωσης του δημόσιου χρέους και της διατήρησης δημοσιονομικών αποθεμάτων για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα επικαλέστηκε τις απρόβλεπτες δαπάνες για την αντιμετώπιση του αφθώδους πυρετού και των πυρκαγιών στη Λεμεσό, οι οποίες, όπως είπε, ανήλθαν σε αρκετά εκατομμύρια ευρώ και καλύφθηκαν χάρη στα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια. Παράλληλα, τόνισε ότι η μείωση του χρέους ενισχύει τη δυνατότητα της χώρας να προσφεύγει στις διεθνείς αγορές για δανεισμό όταν προκύπτει ανάγκη.
Απαντώντας στις επικρίσεις για μείωση των αναπτυξιακών δαπανών, ξεκαθάρισε ότι πρόκειται για καθυστερήσεις στην υλοποίηση συγκεκριμένων έργων και όχι για αλλαγή των προτεραιοτήτων της Κυβέρνησης. Όπως εξήγησε, ορισμένα έργα που κληρονομήθηκαν από προηγούμενες κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν σύνθετα προβλήματα, τα οποία επιχειρείται να επιλυθούν. Την ίδια ώρα, σημείωσε ότι το 23% του κρατικού προϋπολογισμού κατευθύνεται στην κοινωνική πολιτική, ποσοστό που, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν έχει καταγραφεί σε προηγούμενο προϋπολογισμό. «Η δημοσιονομική υπευθυνότητα και η κοινωνική ευαισθησία δεν είναι αντικρουόμενες έννοιες», υπογράμμισε.
Τέλος, ο Μάκης Κεραυνός αναφέρθηκε στις επικείμενες συνεδριάσεις του Eurogroup και του ECOFIN, καθώς και στο αίτημα της Κυπριακής Δημοκρατίας προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για περαιτέρω μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης. Όπως ανέφερε, αναμένεται η απάντηση των αρμόδιων ευρωπαϊκών υπηρεσιών, εκφράζοντας συγκρατημένη αισιοδοξία για την έκβαση των διαβουλεύσεων. «Από τις μέχρι στιγμής επικοινωνίες μας διαβλέπω μια θετική προσέγγιση», δήλωσε, τονίζοντας ότι η Κύπρος θα συνεχίσει να διεκδικεί μεγαλύτερη ευελιξία στο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο, με βάση τις οικονομικές της επιδόσεις. «Μια οικονομία που δημιουργεί δημοσιονομικά πλεονάσματα, που μειώνει το δημόσιο χρέος και που καταγράφει ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 3%, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με ισοπεδωτικούς περιορισμούς», κατέληξε.



