Το σκεπτικό πίσω από το σχέδιο για τις παρακολουθήσεις αναλύει μιλώντας στην εκπομπή Alpha Ενημέρωση ο Υπουργός Δικαιοσύνης Κώστας Φυτιρής.
Ο Υπουργός δηλώνει ότι η εκτελεστική εξουσία αφουγκράζεται την κοινωνία και τα προβλήματά της κι είναι υποχρεωμένη να πάρει μέτρα ώστε να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που έχει η κοινωνία.
«Λυπάμαι που έχει μείνει έξω από τη συζήτηση όλη ο στόχος ποιος είναι. Ο στόχος είναι να πολεμήσουμε το οργανωμένο έγκλημα το οποίο έχει πάρει άλλες διαστάσεις. Έχει εξοπλιστεί πολύ περισσότερο από το κράτος. Αυτό είναι που θέλουμε να αντιμετωπίσουμε, αυτός είναι ο στόχος. Ένας από τους κύριους.»
«Για να υλοποιήσουμε αυτό το στόχο και να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε σε αυτό το στόχο, χρειάζονται όπλα», συνεχίζει, σημειώνοτας ότι είναι σεβαστές οι απόψεις όλων των κομμάτων.
Σχολιάζοντας την ανακοίνωση του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, αναφέρει ότι του έκανε εντύπωση γιατί ήταν την τελευταία στιγμή, πριν πάει στην Ολομέλεια το νομοσχέδιο.
«Η αντιμετώπιση λοιπόν του οργανωμένου εγκλήματος αλλά και άλλων απειλών, και της τρομοκρατίας αλλά και των εμπόρων ναρκωτικών και όλων των σοβαρών αδικημάτων που πλέον έχουν πάρει έξαρση στην κοινωνία μας, χρειάζεται όπλα. Και ένα ισχυρό όπλο χρειάζεται οπωσδήποτε όμως και ισχυρές δικλείδες ασφαλείας. Αυτό προσπαθήσαμε να κάνουμε με την τροποποίηση τους συντάγματος αλλά και τους εφαρμοστικούς νόμους ώστε να εξασφαλίζεται και όταν η ΚΥΠ χρειάζεται να παρακολουθεί κάποιον ή και η Αστυνομία, της οποίας δεν αλλάζει το καθεστώς, διότι η ΚΥΠ είναι για πρόληψη και η αστυνομία είναι για καταστολή. Οπότε η αστυνομία πάει κανονικά στο δικαστήριο, η ΚΥΠ σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δεν είναι πάντα που έχει το δικαίωμα ο διοικητής της ΚΥΠ, σε εξαιρετικές περιπτώσεις που πρέπει να τεκμηριώσει γιατί προέβη στην παρακολούθηση ενός ατόμου.»
Προσθέτει ότι υπάρχει πλέον ιχνηλάτηση, δεν διαγράφονται και αν υπάρχει κατάχρηση μπορεί να αποδειχτεί αυτή η κατάχρηση οποιαδήποτε στιγμή και από οποιοδήποτε έλεγχο.
Επισημαίνει ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν θα εμποδίσει την διενέργεια ελέγχου από οποιαδήποτε Επιτροπή της Βουλής.
Ερωτηθείς για τον χρόνο και τον τρόπο διενέργειας ελέγχου, ο κ. Φυτιρής δηλώνει ότι θα καθοριστεί από τους εφαρμοστικούς νόμους, όπου επίσης υπάρχουν δικλείδες ασφαλείας.
«Αν μπει κάποιος παράνομα να κάνει σύνδεση-επισύνδεση παράνομα χωρίς να έχει την εξουσιοδότηση, έχουν αυξηθεί και οι ποινές, είναι στα δέκα χρόνια, οποιοσδήποτε καταχραστεί αυτή τη δυνατότητα που υπάρχει.»
«Νομικοποιούν το ζήτημα πλήρως, νομικοποιείται χωρίς να πηγαίνουμε προς τον στόχο», αναφέρει σχολιάζοντας τις δηλώσεις Ανδρέα Πασιουρτίδη.
«Μου κάνει εντύπωση ότι υπάρχει μια τρομερή έλλειψη εμπιστοσύνης, έτσι φαίνεται τουλάχιστον. Αφαιρέθηκε ο Γενικός Εισαγγελέας και ήμασταν έτοιμοι να ακούσουμε απόψεις από την Επιτροπή Νομικών. Και αυτό το οποίο περιέχεται πλέον στο νομοσχέδιο, στην τροποποίηση του συντάγματος, είναι μετά από πρόταση που έγινε μέσα στην Επιτροπή Νομικών. Φυσικά με την άρνηση των μελών του ΑΚΕΛ. Αυτή η πρόταση πάει στην Ολομέλεια, η οποία διαμορφώθηκε μετά από συναίνεση με την Επιτροπή Νομικών, με την πλειοψηφία της Επιτροπής Νομικών.»
Τονίζει ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να δημιουργηθεί το αίσθημα εμπιστοσύνης μεταξύ της νομοθετικής, κάποιων κομμάτων, και της εκτελεστικής εξουσίας γιατί ο στόχος είναι να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις της κοινωνίας για καταπολέμηση του εγκλήματος, της συνωμοσίας για τρομοκρατία.
Καταγράφει τις διαφορές της ισχύουσας νομοθεσίας με την πρόταση για τροποποίηση του συντάγματος, σημειώνοντας ότι πλέον διευκρινίζεται πλήρως τι είναι οργανωμένο έγκλημα, η ευθύνη μεταφέρεται από τους παρόχους στην εκτελεστική εξουσία.
«Όποιος καταχραστεί αυτή την δυνατότητα και πάει να κάνει επισύνδεση σε συγκεκριμένο αριθμό χωρίς να έχει το ένταλμα από την Τριμελή Επιτροπή ή σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο Διοικητής της ΚΥΠ ο οποίος θα φέρει πλήρη την ευθύνη για το αν γίνει επισύνδεση σε κάποιον άνθρωπο για τον οποίον δεν πληρούνται τα κριτήρια για να παρακολουθείται, δηλαδή αν δεν είναι μέλος του οργανωμένου εγκλήματος με εύλογες υποψίες, αν δεν κάνει συνωμοσία εναντίον του κράτους, θα δεχθεί τις συνέπειες. Είμαστε έτοιμοι να δεχθούμε να έχουμε και άλλες δικλείδες ασφαλείας αλλά με δύο προϋποθέσεις, ότι θα υπάρχει μυστικότητα και για αυτό λέγονται μυστικές υπηρεσίες. Θα υπάρχει η μυστικότητα και η ταχύτητα και για την Αστυνομία επειδή είναι κατασταλτικός ο ρόλος της, θα πάει στο δικαστήριο γιατί θα πρέπει να βάρει το μαρτυρικό υλικό και όλα τα άλλα στοιχεία για να τα οδηγήσει στο δικαστήριο.»
Κληθείς να απαντήσει τι ισχύει σε άλλες χώρες, δηλώνει ότι σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες ισχύει το δικαστικό ένταλμα, σε άλλες το δίνει ανεξάρτητος φορέας και σε άλλες το δίνει ο Υπουργός Δικαιοσύνης.
«Θα πρέπει να δούμε την ουσία των πραγμάτων και τον στόχο. Και η παρακολούθηση είναι μια εξαίρεση την ιδιωτικότητα. Αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε είναι να εξασφαλίσουμε την ιδιωτικότητα με εξαιρέσεις και να προστατεύσουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτό το οποίο με προβληματίζει και με καθοδηγεί είναι ότι τέθηκε πάρα πολλές φορές το όρος ‘ανθρώπινα δικαιώματα’, μα αυτά θέλουμε να προστατεύσουμε. Και να προστατεύσουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα και των παιδιών που γίνονται έρμαια των εμπόρων ναρκοτικών και τους γονείς, που θέλουν να προστατεύσουν τα παιδιά τους από τους εμπόρους των ναρκωτικών και όλες τις άλλες παρανομίες. Αυτό θέλουμε να προστατεύουμε! Είναι εξαίρεση στην ιδιωτικότητα κι όχι κανόνας και δεν μπορούμε να ζητάμε από την υπηρεσία που λειτουργεί προληπτικά, να ζητάμε την ίδια διαδικασία που έχει η Αστυνομία. Πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε αυτό το πράγμα. Και αν δεν δουλέψει, εδώ είμαστε να τα αλλάξουμε.»
Νωρίτερα, ο Βουλευτής του ΑΚΕΛ Ανδρέας Πασιουρτίδης ανέλυσε τους τέσσερις λόγους για τους οποίους τίθεται εναντίον του νομοσχεδίου για τις παρακολουθήσεις.



